Φρανκενστάιν: Προμηθέας δίχως φλόγα

Το «τέρας» του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο είναι γραμμωμένο, ευαίσθητο και ελάχιστα τρομακτικό, μοιάζοντας ιδανικό για να βρεθεί στην πλατφόρμα του Netflix. Γιατί όμως μας απασχολεί ακόμη ο μύθος του συγκεκριμένου πλάσματος;

2' 11" χρόνος ανάγνωσης

Ανήκω στη γενιά που γαλουχήθηκε με την απόκοσμη θωριά του Μπόρις Καρλόφ στο ρόλο του Φρανκενστάιν, και στη συνέχεια έζησε την κεφάτη αποδόμηση του δεξιοτέχνη Μελ Μπρουκς στο Young Frankenstein, με τον Πίτερ Μπόιλ να γίνεται μια πρόσχαρη -πλην αγαθή- καρικατούρα του τέρατος. Δύο διαφορετικές όψεις μιας αρχετυπικής μορφής που γεννήθηκε το 1810 στο μυαλό της τότε 18χρονης Μαίρης Σέλλεϋ, εμπνεόμενη από τα νάματα του ρομαντισμού, αλλά και με έντονες ροπές στον γοτθικό κόσμο.

Διότι ο αγριωπός Φρανκενστάιν δεν «πλάστηκε» για να τρομάζει (με εξαίρεση το «Curse of Frankenstein» όπου ο Κρίστοφερ Λι σε αναγκάζει να κρυφτείς σε κάποιο… λαγούμι από το φόβο), αλλά ως άλλος προμηθεϊκός ήρωας που έρχεται αντιμέτωπος με το απέθαντο πεπρωμένο του. Πώς είναι να ζεις στον κόσμο των ανθρώπων δίχως να το έχεις ζητήσει και η μόνη θέση που σου ταιριάζει να είναι αυτή του αλλότριου και του ξένου;

Ίσως αυτό να εξηγεί εν μέρει γιατί συνεχίζει να μας ενδιαφέρει ο μύθος του Φρανκενστάιν και γιατί ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο διεκδίκησε –σχεδόν με εμμονικό τρόπο– να τον μεταφέρει στον κινηματογράφο και στη συνέχεια στην πλατφόρμα του Netflix, σε μια εκδοχή που προσιδιάζει στην αισθητική του

Ο δικός του Φρανκενστάιν, με τον εύμορφο Τζέικομπ Ελόρντι να τον υποδύεται, κουβαλάει εξαρχής το σημάδι της συμπάθειας. Είναι γραμμωμένος, εύθραυστος, δικαιολογημένα θυμωμένος με τον γεννήτορά του και έχεις την αίσθηση ότι από κάπου θα εμφανιστεί η καλή νεράιδα να τον σώσει από την υπαρξιακή του περιδίνηση και να τον μετατρέψει σε λαμπρό βασιλόπουλο. Αυτή η μονομέρεια είναι κατά τη γνώμη μου ένα από τα μειονεκτήματα της ταινίας του Ντελ Τόρο, την ίδια στιγμή που το αισθητικό της αποτύπωμα δεν γίνεται να μην σε κάνει να σκεφτείς πως ακόμη και τα κυαροσκούρα έχουν τη γοητεία τους.

Δεν γίνεται, επίσης, να μην πιστώσεις στον σκηνοθέτη ότι ενώ είχε στη διάθεσή του το παχυλό μπάτζετ του Netflix (130 εκατομμύρια δολάρια δαπανήθηκαν για την ταινία) δεν κατέφυγε απαρεγκλίτως στην εύκολη λύση των τεχνητών εφέ, αλλά έφτιαξε κάτι πιο γήινα γοτθικό. Βέβαια, και πάλι: από τον Φρανκενστάιν λείπει εκείνο το τραχύ (αλλά τόσο ευφορικό, εντέλει) ξάφνιασμα που σου πρόσφερε ο «Λαβύρινθος του Πάνα» ή ακόμη και η «Μορφή του νερού».

Ο Ντελ Τόρο προσπάθησε να μην ξεφύγει από το πρωτότυπο έργο και να δώσει τις δύο αντικρουόμενες εκδοχές (δημιουργός/τέρας), αλλά πώς να δεχθείς ότι η οικογένεια του Βίκτωρ μόνο υποστηρικτή δεν είναι, όπως επιθυμούσε η Σέλλεϋ, αλλά αρκούντως τοξική, με τον πατέρα του ειδικά να εμφανίζεται κακός, με μια μονομέρεια που δεν πείθει.

Εντέλει, αξίζει να δει κανείς αυτόν τον Φρανκενστάιν; Ναι, γιατί ως εμπειρία σου αφήνει ένα αποτύπωμα. Απλώς, όχι αυτό που περίμενες από τον μετρ του είδους Ντελ Τόρο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT