Hank Shteamer c.2025 The New York Times Company
Το ταξίδι του Όζι Όσμπορν προς την κορυφή του ξεκίνησε με μια χειρόγραφη αγγελία. Εμπνευσμένος από την αγάπη του για τους Beatles, ο νεαρός που είχε εγκαταλείψει το σχολείο βρήκε τον τρόπο να ξεφύγει από τη μουντή καθημερινότητα στο Άστον, ένα εργατικό προάστιο του Μπέρμιγχαμ τη δεκαετία του ’60. Κρέμασε ένα χαρτί σε ένα τοπικό δισκοπωλείο, ψάχνοντας για μουσικούς. Αυτή η κίνηση τον έφερε κοντά στον Τέρενς «Γκίζερ» Μπάτλερ –έναν μελετηρό τύπο που ετοιμαζόταν να γίνει μπασίστας–, στον κιθαρίστα Τόνι Αϊόμι και στον ντράμερ Μπιλ Γουόρντ.
Η χημεία των τεσσάρων άρχισε να «δένει» όταν ο Αϊόμι παρατήρησε τις ουρές έξω από ένα σινεμά που πρόβαλλε ταινίες τρόμου. Εμπνευσμένοι από αυτή την εικόνα, έγραψαν ένα κομμάτι με τίτλο «Black Sabbath», δανεισμένο από την ομώνυμη ταινία του 1963 του Μάριο Μπάβα με τον Μπόρις Καρλόφ. Έδωσαν το ίδιο όνομα και στο συγκρότημά τους. Με τον δίσκο «Black Sabbath» του 1970 έβαλαν τα θεμέλια ενός νέου είδους – του χέβι μέταλ.
Η φωνή του Όζι, ένας ανοίκειος, σχεδόν πένθιμος στεναγμός, ταίριαζε απόλυτα με τους σκοτεινούς, αποκρυφιστικούς στίχους που έγραφε μαζί με τον Μπάτλερ. Κι όμως, πάνω στη σκηνή ο ίδιος ήταν γεμάτος ενέργεια – με χαμόγελα, παλαμάκια και μια σχεδόν παιδική ζωντάνια που διέλυε κάθε απειλητικό προσωπείο.
Το 1979, οι Black Sabbath απέλυσαν τον Όζμπορν, επικαλούμενοι τις καταχρήσεις και τα ξεσπάσματά του εκτός σκηνής. Κι όμως, αυτός ο φαινομενικός αποκλεισμός μετατράπηκε σε εφαλτήριο. Η Σάρον Άρντεν –κόρη του τότε μάνατζερ του συγκροτήματος, Ντον Άρντεν, μετέπειτα σύζυγος και αδιάκοπη συνοδοιπόρος του Όζι– άρχισε να τον βοηθά να στήσει το δικό του συγκρότημα.

Καθοριστική προσθήκη ήταν ο νεαρός κιθαρίστας-φαινόμενο Ράντι Ρόουντς. Με το άλμπουμ «Blizzard of Ozz» του 1980, ο Όζι ξεκίνησε μια σόλο πορεία που θα τον μετέτρεπε σε παγκόσμιο σύμβολο. Στα χρόνια που ακολούθησαν, καθώς οι συνεργάτες άλλαζαν και οι εποχές μεταβάλλονταν, εκείνος κατάφερνε να ανανεώνεται διαρκώς – χωρίς ποτέ να χάνει τον εαυτό του.
Ακολουθούν 12 τραγούδια που συνοψίζουν αυτή την πορεία προς την «σκοτεινή» πλευρά των πραγμάτων, που διήρκεσε πάνω από μισό αιώνα…
(Ακούστε τα στο Spotify και στο Apple Music)
Black Sabbath – «Black Sabbath» (1970)
Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός στους πρωτοεμφανιζόμενους Black Sabbath για να δώσουν σάρκα και οστά στο όραμα του Τόνι Αϊόμι: να φτιάξουν μουσική που προκαλεί φόβο. Το δεύτερο τραγούδι που έγραψαν –και εναρκτήριο κομμάτι του πρώτου τους δίσκου– πέτυχε απόλυτα τον στόχο, με ένα διαβολικά σκοτεινό ριφ και στίχους που περιγράφουν μια συνάντηση με μια φασματική μορφή η οποία παραπέμπει στον Χάρο. Η ερμηνεία του Όζμπορν ζωντανεύει την αφήγηση –εμπνευσμένη από έναν εφιάλτη που είχε διηγηθεί ο Μπάτλερ– και την κάνει να ακούγεται τρομακτική αληθινή.
Black Sabbath – «War Pigs» (1970)
Η φωνή του Όζμπορν δεσπόζει στο εναρκτήριο κομμάτι του «Paranoid», του δεύτερου άλμπουμ των Sabbath, που κυκλοφόρησε μόλις επτά μήνες μετά το ντεμπούτο τους. Το συγκρότημα συνοδεύει τους στίχους με μια σύντομη, επαναλαμβανόμενη αλληλουχία δύο συγχορδιών, την οποία ο τραγουδιστής διακόπτει με ανατριχιαστικές αναφορές στις φρίκες του πολέμου. Οι στίχοι του Μπάτλερ, γραμμένοι ως αντίδραση στον πόλεμο του Βιετνάμ, βρίσκουν στον Όζι τον ιδανικό ερμηνευτή: ένας ελάχιστο βιμπράτο στο τέλος κάθε στίχου προσθέτει θεατρικότητα, χωρίς όμως να διολισθαίνει προς την πομπώδη προσέγγιση που υιοθέτησαν αργότερα άλλοι μέταλ τραγουδιστές.
Black Sabbath – «Iron Man» (1970)
Το «Iron Man», επίσης από το «Paranoid», ήταν μία από τις πιο «βαριές» και εμβληματικές στιγμές της μπάντας – ένα τραγούδι που πυροδότησε αμέτρητες air guitar κινήσεις χάρη στο συντριπτικό, επιβλητικό ριφ του. Ο ήχος αποτυπώνει τέλεια τα «βαριά μολυβένια του παπούτσια» που φοράει ο ήρωας του τίτλου: ένας επίδοξος σωτήρας που, ύστερα από ένα ταξίδι στον χρόνο, χάνει τα λογικά του και καταστρέφει τα πάντα. Η φωνητική μελωδία του Όσμπορν ακολουθεί κατά πόδας την παραμορφωμένη κιθάρα του Αϊόμι, αλλά στο σημείο μετά από κάθε στροφή, ξεσπά σε έναν θρηνητικό τόνο –με αποκορύφωμα τους στίχους «Nobody wants him / He just stares at the world» (Κανείς δεν τον θέλει/Απλά ατενίζει τον κόσμο)– που συνοψίζουν τη μοναξιά και την τραγικότητα αυτού του μεταλλικού αντι-ήρωα, σε ένα μεταφυσικό παραμύθι του Μπάτλερ.
Black Sabbath – «Paranoid» (1970)
Το πιο γνωστό τραγούδι των Sabbath και το μεγαλύτερό τους χιτ ξεκίνησε σχεδόν ως αστερίσκος. Ο παραγωγός Ρότζερ Μπέιν είχε ζητήσει ένα «συμπληρωματικό» κομμάτι για να γεμίσει ο δίσκος. Μέσα σε 20 λεπτά, η μπάντα έγραψε έναν κοφτό ροκ ύμνο για έναν άνθρωπο που παλεύει διαρκώς με την ψυχική ταραχή – εμπνευσμένο από την κατάθλιψη που βίωνε τότε ο Μπάτλερ. Η φωνή του Όσμπορν πιάνει ψηλές νότες και γεμάτη παράπονο, διαπερνά τα ριφ του Αϊόμι σαν ατμομηχανή, κάνοντας σπαρακτικές φράσεις όπως το «Can you help me occupy my brain?» («Μπορείς να με βοηθήσεις να κρατήσω το μυαλό μου απασχολημένο;») να ηχούν ακόμα πιο δραματικά. Το «Paranoid» θα παρέμενε αναπόσπαστο κομμάτι της πορείας του Ozzy για σχεδόν πέντε δεκαετίες – έκλεινε τις συναυλίες της τελευταίας του σόλο περιοδείας το 2018, καθώς και τις αποχαιρετιστήριες εμφανίσεις των Sabbath ένα χρόνο νωρίτερα, αλλά και τη συναυλία Back to the Beginning που έδωσε αυτόν τον μήνα στο Μπέρμιγχαμ. «Κανείς μας δεν πίστεψε ότι είχαμε κάτι σπουδαίο στα χέρια μας όταν το ηχογραφήσαμε», θυμόταν ο ίδιος στα απομνημονεύματά του το 2009. «Αλλά γαμώτο, πόσο κολλητικό ήταν».
Black Sabbath – «Changes» (1972)
Οι Sabbath είχαν και μια πιο ευαίσθητη πλευρά – και αυτή αποτυπώνεται πλήρως στο «Changes», μια μπαλάντα στο πιάνο από το άλμπουμ Vol. 4, που έμελλε να γίνει πρότυπο για πολλές παρόμοιες στιγμές στην καριέρα του Όζι. Η μελαγχολική, ανεπιτήδευτη φωνή του ταίριαξε με το σχεδόν soul ηχόχρωμα του κομματιού, το οποίο γεννήθηκε από όλα τα μέλη της μπάντας ως απάντηση στις δυσκολίες που βίωνε ο ντράμερ τους στην προσωπική του ζωή: «Ο Τόνι κάθισε στο πιάνο και έπαιξε αυτό το υπέροχο μοτίβο, εγώ σιγοτραγούδησα μια μελωδία και ο Γκίζερ έγραψε αυτούς τους σπαρακτικούς στίχους, βασισμένους στον χωρισμό που περνούσε τότε ο Μπιλ με τη γυναίκα του», θυμόταν ο Όζι στα απομνημονεύματά του. Το «Changes» έζησε πολλές «ζωές»: επανηχογραφήθηκε ως ντουέτο με την κόρη του Κέλι και διασκευάστηκε με σπαρακτικό τρόπο από τον τραγουδιστή της soul Charles Bradley.
Όζι Όσμπορν – «Crazy Train» (1980)
Μετά την απόλυσή του από τους Sabbath, ο Όζι βυθίστηκε στην κατάθλιψη και πίστευε πως η εποχή του είχε τελειώσει. Όλα άλλαξαν χάρη σε μια τυχαία συνάντηση με τον Ράντι Ρόουντς – έναν κλασικά εκπαιδευμένο κιθαρίστα, τότε μέλος των Quiet Riot. Ο Όζι τον προσέλαβε αμέσως, εντυπωσιασμένος από την απόδοσή του. Μαζί με τον μπασίστα και στιχουργό Μπομπ Ντέσλεϊ έγραψαν το «Crazy Train» – το πρώτο του σόλο single και, για πολλούς, το τραγούδι που όρισε ολόκληρη την καριέρα του. Οι στίχοι του Ντέσλεϊ αναφέρονται στην πολιτική αστάθεια και την απειλή πολέμου, αλλά μαζί με την εκρηκτική φωνή του Όζι, και σε συνδυασμό με τα δεξιοτεχνικά lead και τους θριαμβικούς ρυθμούς του Ρόουντς στην κιθάρα, το κομμάτι ακούγεται σαν το μανιφέστο ενός ανθρώπου που είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να εκτροχιαστεί.

Όζι Όσμπορν – «Suicide Solution» (1980)
Το «Suicide Solution» έμεινε στην ιστορία ως το τραγούδι που πυροδότησε έναν τεράστιο νομικό και επικοινωνιακό σάλο εις βάρος του Όζι, όταν οι γονείς ενός εφήβου από την Καλιφόρνια που αυτοκτόνησε υπέβαλαν μήνυση – η οποία τελικά απορρίφθηκε – υποστηρίζοντας πως το κομμάτι επηρέασε το παιδί τους. Στην πραγματικότητα, όπως έχουν δηλώσει τόσο ο Όσμπορν όσο και ο συνδημιουργός Μπομπ Ντέσλεϊ, το τραγούδι ήταν μια προειδοποίηση για τον αλκοολισμό, με έμπνευση –εν μέρει– τον θάνατο του τραγουδιστή των AC/DC, Μπον Σκοτ. («Solution» σημαίνει εδώ υγρό διάλυμα – όχι «λύση» για τη ζωή, όπως ξεκαθάρισε κάποτε ο ίδιος.) Σε μουσικό επίπεδο, πρόκειται για άλλη μία εντυπωσιακή στιγμή του πρώτου του σόλο συγκροτήματος: η κραυγή του Όζι για τη διπλή όψη της μέθης – «Take a bottle and drown your sorrows/Then it floods away tomorrows» (Πιάσε ένα μπουκάλι και πνίξε τις λύπες σου / Και τότε πνίγονται και οι αυριανές μέρες) – ξεσπά πάνω στα «σαμπαθικά» αλλά πιο σπινθηροβόλα ριφ του Ράντι Ρόουντς.
Όζι Όσμπορν – «Shot in the Dark» (1986)
Ο τραγικός θάνατος του Ράντι Ρόουντς το 1982 σε αεροπορικό δυστύχημα οδήγησε τον Όζι σε νέο μεταίχμιο. Το υπόλοιπο της δεκαετίας το πέρασε αλλάζοντας συνθέσεις και ήχο. Το «The Ultimate Sin» (1986), το τέταρτο σόλο άλμπουμ του, σηματοδοτεί αυτή την περίοδο μετάβασης, με πιο «γυαλισμένη» παραγωγή – και έδωσε το «Shot in the Dark», την πρώτη του σόλο επιτυχία που μπήκε στο Billboard Hot 100. Το τραγούδι είχε πρωτοπαρουσιαστεί από τους Wildlife, το συγκρότημα στο οποίο έπαιζε μπάσο ο Φιλ Σούζαν προτού ενταχθεί στο σχήμα του Όζι. Παρότι δεν γράφτηκε για τον ίδιο, ο Όσμπορν το έκανε δικό του με άνεση, ενσαρκώνοντας ιδανικά τον μελωδικό, ραδιοφωνικό χαρακτήρα του. Ένα κομμάτι-γέφυρα ανάμεσα στον σκοτεινό ήχο των πρώτων χρόνων και την glam metal εμπορικότητα των 80s.
Όζι Όσμπορν & Λίτα Φορντ – «Close My Eyes Forever» (1988)
Η μοναδική φορά που ο Όζι μπήκε στο Top 10 των αμερικανικών charts ήταν με αυτή τη μπαλάντα για έναν βασανιστικό έρωτα – ντουέτο με τη Λίτα Φορντ, την πρώην κιθαρίστρια των Runaways, που εκείνη την εποχή είχε μάνατζερ τη Σάρον Όσμπορν. Το τραγούδι γεννήθηκε σχεδόν τυχαία, από ένα χαλαρό τζαμάρισμα στο στούντιο, και εντάχθηκε στο τρίτο σόλο άλμπουμ της Φορντ. Οι φωνές τους δένουν εκπληκτικά: ο Όζι φτάνει κάποιες από τις πιο ψηλές νότες που έχει φτάσει ποτέ, ενώ η Φορντ κινείται σε έναν βραχνό, χαμηλό τόνο, δημιουργώντας μια δραματική αντίστιξη. (Αργότερα, ο θα ηχογραφούσε κι άλλο ένα ντουέτο με… γυναικεία συνοδεία, αυτή τη φορά μια εκδοχή του «Born to Be Wild» των Steppenwolf με τη Miss Piggy – χωρίς ανάλογη επιτυχία).
Όζι Όσμπορν – «Mama, I’m Coming Home» (1991)
Ο κιθαρίστας Ζακ Γουάιλντ μπήκε στο συγκρότημα του Όζι το 1987 και παρέμεινε συνοδοιπόρος του, με διαλείμματα, μέχρι και τα τελευταία του χρόνια. Η κορύφωση της συνεργασίας τους ήρθε με το άλμπουμ «No More Tears», που χάρισε δύο μεγάλες επιτυχίες στο MTV: το ομώνυμο κομμάτι και το «Mama, I’m Coming Home», μια power ballad με country ρίζες. Η αρχική μελωδία γεννήθηκε στο πιάνο από τον Γουάιλντ, ενώ τους στίχους ολοκλήρωσε ο Λέμυ των Motörhead. Όπως αργότερα έγραψε ο Όζι στο «βιβλιαράκι» μιας συλλογής τραγουδιών, ο τίτλος ήταν μια φράση που έλεγε συχνά στη Σάρον όταν μιλούσαν στο τηλέφωνο, λίγο πριν τελειώσει κάθε περιοδεία.
Όζι Όσμπορν – «Ordinary Man» (2020)
Ο ομώνυμος τίτλος του δωδέκατου σόλο άλμπουμ του Όσμπορν κινείται στο νοσταλγικό μονοπάτι που χάραξε κάποτε το «Changes» – μια εξομολόγηση με ευγνωμοσύνη και μελαγχολία για τη ζωή του μπροστά στους προβολείς. «Μην με ξεχάσετε καθώς ξεθωριάζουν τα χρώματα», τραγουδά. «Όταν σβήνουν τα φώτα, μένει μόνο μια άδεια σκηνή». Ο παραγωγός Άντριου Γουάτ –που είχε πρώτα «στρατολογήσει» τον Όζι σε ένα κομμάτι του Post Malone το 2019, μαζί με τον Travis Scott– ντύνει το τραγούδι με όλα τα στοιχεία μιας old-school pop μπαλάντας: έγχορδα και χορωδίες ηχογραφημένες στα Abbey Road, σόλο κιθάρας από τον Slash, ακόμη και ένα κουπλέ από τον Σιρ Έλτον Τζον, ο οποίος παίζει και πιάνο. Μια φανερά συγκινητική στιγμή, όπου ο Όσμπορν μοιάζει να αποχαιρετά το κοινό του – όχι με ηττοπάθεια, αλλά με αξιοπρέπεια.
Όζι Όζμπορν – «Patient Number 9» (2022)
Το τελευταίο του άλμπουμ ανοίγει με ένα τραγούδι που μοιάζει με απολογισμό καριέρας – επιστρέφοντας σταθερά στο γνώριμο θέμα της ψυχικής οδύνης. Εδώ, ο Όζι ενσαρκώνει έναν έγκλειστο σε ίδρυμα, που δηλώνει: «Δεν θα βγω ζωντανός από δω μέσα». Το κομμάτι συγκεντρώνει μια dream team από μουσικούς και συνδημιουργούς: τον Γουάτ, τον Τζεφ Μπεκ (σε μία από τις τελευταίες ηχογραφήσεις του), τον μπασίστα των Metallica Ρόμπερτ Τρουχίγιο, τον ντράμερ των Red Hot Chili Peppers Τσαντ Σμιθ, και τη γνωστή στιχουργό Άλι Ταμπόσι. Ο Όζι αναδεικνύεται εδώ σε διπλό ρόλο: σκοτεινό είδωλο του μέταλ και ασταμάτητος «εκτοξευτής» εκρηκτικών ρεφρέν». Περισσότερα από 50 χρόνια μετά την αρχή της καριέρας του, ακούγεται όπως μόνο αυτός μπορεί να ακουστεί.

