Τον Φεβρουάριο του 1986, μια ειρηνική λαϊκή εξέγερση στην πρωτεύουσα των Φιλιππίνων, Μανίλα, ανέτρεψε τον δικτάτορα Φερδινάντο Μάρκος και άνοιξε τον δρόμο για την άνοδο στην εξουσία της Κορασόν Ακίνο, που έγινε σύμβολο της αποκατάστασης της δημοκρατίας στη χώρα. Η εξέγερση αυτή, γνωστή και ως Επανάσταση της Λαϊκής Εξουσίας, είχε στόχο τον τερματισμό του δικτατορικού καθεστώτος του Μάρκος, αλλά εξέφρασε και βαθύτερα αιτήματα: την απόρριψη ενός πολιτικού συστήματος που χαρακτηριζόταν από διαφθορά, κοινωνική ανισότητα και τη διατήρηση νεοαποικιακών δομών που περιόριζαν την ουσιαστική εθνική κυριαρχία. Η επανάσταση του 1986 θεωρήθηκε μια μεγάλη νίκη του λαού ενάντια στον πολιτικό αυταρχισμό και είχε παγκόσμια απήχηση, εμπνέοντας και άλλα ειρηνικά κινήματα που εκείνη την περίοδο ζητούσαν δημοκρατική αλλαγή.
Συστηματικές διώξεις και διαφθορά
Ο Φερδινάντο Μάρκος ανέλαβε την προεδρία της χώρας του το 1965 ύστερα από εκλογική νίκη. Μέχρι τότε, η πολιτική ιστορία των Φιλιππίνων είχε σφραγιστεί από το αποικιακό και νεοαποικιακό παρελθόν της. Υπήρξε ισπανική αποικία για περισσότερο από τρεις αιώνες, από τον 16ο αιώνα έως το 1898, οπότε η Ισπανία παραχώρησε τις Φιλιππίνες στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά την ήττα της στον ισπανοαμερικανικό πόλεμο. Η αμερικανική κυριαρχία εκσυγχρόνισε σε κάποιο βαθμό τους θεσμούς, αλλά ταυτόχρονα εδραίωσε μια σχέση εξάρτησης. Η σταδιακή πορεία της χώρας προς την αυτοκυβέρνηση διακόπηκε από την ιαπωνική κατοχή κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1942-1945), μια περίοδο σκληρής βίας και καταστροφών. Μετά τον πόλεμο, οι Φιλιππίνες απέκτησαν επισήμως την ανεξαρτησία τους το 1946, όμως η νεοαποικιακού τύπου σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες διατηρήθηκε.
Η μεταπολεμική περίοδος έως το 1965 χαρακτηρίστηκε από πολιτική αστάθεια, κοινωνική ανισότητα και την κυριαρχία των ισχυρών ελίτ, συνθήκες που βοήθησαν στην άνοδο στην εξουσία του Φερδινάντο Μάρκος, ο οποίος υποσχέθηκε ανάπτυξη και κοινωνική πρόοδο για τις Φιλιππίνες, ενώ ταυτόχρονα παρουσιαζόταν ως εθνικός ήρωας. Αν και η πρώτη προεδρική θητεία του χαρακτηρίστηκε από σημαντικά έργα υποδομής και συνοδεύτηκε από μια εικόνα εκσυγχρονισμού, με την πάροδο του χρόνου η διακυβέρνησή του έγινε ολοένα και πιο αυταρχική. Ο Μάρκος επανεξελέγη το 1969, με εκλογές βίας και νοθείας. Το 1972 κήρυξε στρατιωτικό νόμο, τον οποίο δικαιολόγησε ως αναγκαίο μέτρο για την καταπολέμηση του κομμουνισμού και της κοινωνικής αταξίας, επικαλούμενος τη δράση κομμουνιστικών και μουσουλμανικών αντάρτικων ομάδων στις αγροτικές περιοχές.
Η κήρυξη στρατιωτικού νόμου επέτρεψε στον Μάρκος να συγκεντρώσει την εξουσία, να διαλύσει το Κογκρέσο, να ελέγξει τα μέσα ενημέρωσης και να αρχίσει συστηματικές διώξεις κατά της αντιπολίτευσης. Μέχρι την ανατροπή του, δεκάδες χιλιάδες αντίπαλοί του είχαν συλληφθεί, ενώ χιλιάδες βασανίστηκαν, σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν. Πηγές μιλούν για τουλάχιστον 3.240 δολοφονημένους, 70.000 φυλακισμένους και 34.000 βασανισμένους. Εκτός από τη συστηματική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από εκτεταμένη διαφθορά και τον προκλητικό πλουτισμό της οικογένειας Μάρκος. Η παράνομη περιουσία που συσσώρευσε σε χρήματα, ακίνητα, κοσμήματα και έργα τέχνης εκτιμάται μεταξύ 5-10 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με την Προεδρική Επιτροπή Καλής Διακυβέρνησης (PCGG), έναν επίσημο φορέα που δημιουργήθηκε το 1986 για την ανάκτηση αυτού του πλούτου.
Εκλογές βίας και νοθείας
Η λαϊκή εξέγερση του 1986 δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Μετά την κήρυξη στρατιωτικού νόμου από τον Μάρκος, γενναίες φωνές τόσο στις Φιλιππίνες όσο και στην εξορία και στη διασπορά κατήγγελλαν τις ωμές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για πολλά χρόνια, ωστόσο, μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου –ειδικά η κυβέρνηση των ΗΠΑ– ήταν πρόθυμο να αγνοήσει τον αυταρχισμό και τη διαφθορά του καθεστώτος Μάρκος προκειμένου να διατηρηθεί ένα αντικομμουνιστικό προπύργιο στη νοτιοανατολική Ασία. Παρ’ όλα αυτά, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η εσωτερική αντιπολίτευση ισχυροποιήθηκε, ενώ άρχισαν να εντείνονται και οι διεθνείς πιέσεις για επιστροφή στη δημοκρατική νομιμότητα. Ο στρατιωτικός νόμος θεωρητικά ήρθη το 1981, αλλά ο Μάρκος εξασφάλισε για τον εαυτό του ειδικές εξουσίες ώστε να συνεχίσει να κυβερνά αυταρχικά. Στις προεδρικές εκλογές του Ιουνίου εκείνου του έτους, το μεγαλύτερο τμήμα της αντιπολίτευσης επέλεξε να μη συμμετάσχει και ο δικτάτορας ανακηρύχθηκε νικητής με ποσοστό 88%.
Ωστόσο, η δολοφονία, το 1983, στο αεροδρόμιο της Μανίλας, του Μπενίνιο (Νίνοϊ) Ακίνο, γερουσιαστή και ανοιχτού επικριτή του Μάρκος, αποτέλεσε σημείο καμπής και λειτούργησε ως θρυαλλίδα ενός ισχυρού λαϊκού κινήματος πολιτικής ανυπακοής που συσπείρωσε τις αντιπολιτευτικές δυνάμεις. Ο Ακίνο είχε φυλακιστεί από το 1972 έως το 1980, στη συνέχεια αυτοεξορίστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και το 1983 επέστρεψε στην πατρίδα του προκειμένου να μεσολαβήσει ώστε ο Μάρκος να εγκαταλείψει την εξουσία. Η δολοφονία του προκάλεσε κύμα αγανάκτησης, που αναζωπύρωσε την αντίσταση κατά του καθεστώτος.
Μπροστά στην εσωτερική απονομιμοποίηση και στη διεθνή απομόνωσή του, ο Μάρκος προκήρυξε πρόωρες προεδρικές εκλογές για τον Φεβρουάριο του 1986, με σκοπό να επανεπιβεβαιώσει την εξουσία του. Η αντιπολίτευση συσπειρώθηκε γύρω από την υποψηφιότητα της Κορασόν Ακίνο, χήρας του Νίνοϊ, που χρησιμοποίησε τη γλώσσα της ειρήνης σε μια προεκλογική εκστρατεία που χαρακτηρίστηκε από πρωτοφανή λαϊκό ενθουσιασμό. Επιπλέον, έλαβε τη σιωπηρή στήριξη ενός τμήματος των ενόπλων δυνάμεων, που συγκρότησε το «Κίνημα Μεταρρύθμισης των Ενόπλων Δυνάμεων» (RAM) και ήταν διατεθειμένο να προχωρήσει σε πραξικόπημα σε περίπτωση αμφισβήτησης του εκλογικού αποτελέσματος. Τελικά, ο επίσημος εκλογικός φορέας ανακήρυξε για άλλη μια φορά νικητή τον Μάρκος, ενώ ανεξάρτητοι παρατηρητές και η Καθολική Εκκλησία κατήγγειλαν μαζικές παρατυπίες.


Στρατός και Εκκλησία τάσσονται με τους διαδηλωτές
Η Κορασόν Ακίνο αρνήθηκε να αναγνωρίσει το αποτέλεσμα των εκλογών και ξεκίνησε μια εκστρατεία πολιτικής ανυπακοής, καλώντας τον λαό να προχωρήσει σε μποϊκοτάζ εφημερίδων, τραπεζών και επιχειρήσεων που στήριζαν τον Μάρκος. Παράλληλα, στο ραδιόφωνο και στις εκκλησίες πύκνωσαν οι εκκλήσεις για ειρηνική αντίσταση. Ως αποτέλεσμα, από τις 22 έως τις 25 Φεβρουαρίου 1986, εκατοντάδες χιλιάδες Φιλιππινέζοι συγκεντρώθηκαν για να διαμαρτυρηθούν στη λεωφόρο Epifanio de los Santos, που είναι γνωστή με το ακρωνύμιο EDSA. Για αυτόν τον λόγο, το λαϊκό αυτό κίνημα αναφέρεται συχνά και ως «Επανάσταση EDSA».
Στις 23 Φεβρουαρίου, ο Μάρκος κινητοποίησε άρματα μάχης στους δρόμους της Μανίλας για να καταστείλουν τη λαϊκή κινητοποίηση, που είχε, όμως, δύο κρίσιμα στηρίγματα: από τη μία πλευρά, είχε τη στήριξη τμημάτων των ενόπλων δυνάμεων, με επικεφαλής τον υπουργό Αμυνας Χουάν Πόνσε Ενρίλε και τον στρατηγό Φιντέλ Ράμος, τα οποία εξεγέρθηκαν εναντίον του Μάρκος και αρνήθηκαν να καταπνίξουν τις διαδηλώσεις. Από την άλλη πλευρά, η Καθολική Εκκλησία, υπό την ηγεσία του καρδιναλίου Χάιμε Σιν, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, καλώντας τους πολίτες να προστατεύσουν τους εξεγερμένους στρατιωτικούς και να υποστηρίξουν την ειρηνική διαμαρτυρία. Το ραδιόφωνο της Καθολικής Εκκλησίας, Radio Veritas, έγινε ένα σημαντικό μέσο για τον συντονισμό των διαδηλωτών. Στο μεταξύ, τον γύρο του κόσμου έκαναν εικόνες του άμαχου πληθυσμού να στέκεται ανάμεσα στα στρατεύματα που παρέμεναν πιστά στο καθεστώς και στους στασιαστές, προσφέροντας λουλούδια και ψάλλοντας προσευχές, πράξεις που συμβόλιζαν τον μη βίαιο χαρακτήρα του κινήματος.
Ανολοκλήρωτη μεταρρύθμιση
Το βράδυ της 25ης Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση των ΗΠΑ διευκόλυνε τη διαφυγή του Μάρκος και της οικογένειάς του στη Χαβάη, όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του το 1989. Ο άλλοτε στενός σύμμαχός του, πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν, είχε ήδη στείλει μήνυμα ότι ο Μάρκος δεν είχε πλέον την υποστήριξή του. Αργότερα το ίδιο βράδυ, οι διαδηλωτές εισέβαλαν στο προεδρικό μέγαρο αποκαλύπτοντας τον πλούτο που είχε συσσωρεύσει η οικογένεια Μάρκος.
Την ίδια μέρα που ο Μάρκος έπαιρνε τον δρόμο της εξορίας, η Κορασόν Ακίνο ορκιζόταν πρόεδρος των Φιλιππίνων. Ως πρώτο βήμα εξέδωσε ένα προσωρινό σύνταγμα, γνωστό ως «σύνταγμα της ελευθερίας», το οποίο αποτέλεσε τη βάση μιας επαναστατικής κυβέρνησης που μεταξύ άλλων κατάργησε τη Βουλή που είχε εκλεγεί το 1984, επί δικτατορίας, και όπου το κόμμα του Μάρκος είχε την πλειοψηφία. Ενα από τα ορόσημα της προεδρίας της ήταν η επικύρωση με δημοψήφισμα το 1987 του νέου συντάγματος, το οποίο αποκατέστησε το δημοκρατικό σύστημα, περιόρισε τις εξουσίες του προέδρου και ενίσχυσε την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο δρόμος που ανοιγόταν δεν θα ήταν, όμως, εύκολος. Τα επόμενα χρόνια, η κληρονομιά της επανάστασης του 1986 θα παρέμενε αβέβαιη και θα φαίνονταν τα όρια της δημοκρατικής μετάβασης.
Η Ακίνο ήρθε αντιμέτωπη με απόπειρες πραξικοπήματος, με τις παλαιές οικονομικές και πολιτικές ελίτ και με την αδυναμία υλοποίησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ιδίως μιας αποτελεσματικής αναδιανομής της γης. Ιδωμένη υπό το πρίσμα των εξελίξεων στη μετά τον Μάρκος εποχή, η Επανάσταση της Λαϊκής Εξουσίας άρχισε να αποτιμάται, από τη μία πλευρά, ως ένα μεγάλο ειρηνικό κίνημα που πέτυχε την αποκατάσταση της δημοκρατίας, αλλά, από την άλλη, και ως μια ανολοκλήρωτη επανάσταση που δεν μπόρεσε να οδηγήσει στον μετασχηματισμό των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δομών στις Φιλιππίνες.
Η κ. Μαρία Δαμηλάκου είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.
Επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου

