Το 1826 είναι η χρονιά της πτώσης του Μεσολογγίου και της συνειδητοποίησης ότι η Επανάσταση είναι πιθανό να αποτύχει. Μετά τις στρατιωτικές επιτυχίες της πρώτης φάσης, την πολιτική και θεσμική συγκρότηση και τη σύναψη δύο διεθνών δανείων, οι Ελληνες είχαν κατορθώσει πολύ περισσότερα από όσα θα δικαιολογούσαν οι περιορισμοί που αντιμετώπιζαν στην έναρξη της Επανάστασης. Ακόμα και η εμφύλια σύρραξη είχε ένα θετικό αποτέλεσμα: η Επανάσταση απέκτησε αναμφισβήτητο πολιτικό κέντρο και ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη απειλή, την εισβολή του Ιμπραήμ. Αλλά ενώ ήταν έτοιμη πολιτικά και διπλωματικά, δεν ήταν έτοιμη στρατιωτικά: επί δυόμισι χρόνια οι επαναστάτες αμύνονταν απέναντι στην αντεπίθεση των Οθωμανών αλλά έχαναν τα προπύργιά τους ένα ένα. Από τις διαδοχικές ήττες στην Πελοπόννησο (1825), έως την πτώση του Μεσολογγίου (1826), τη συντριβή στον Ανάλατο και την παράδοση της Ακρόπολης (1827), ήταν προφανές πως η Επανάσταση είχε φτάσει στρατιωτικά στα όριά της.
Η ισχύς στη θάλασσα
Σε ένα τόσο ζοφερό κλίμα, οι Επαναστάτες παρέμεναν αισιόδοξοι και αποφασισμένοι. Κατ’ αρχάς είχαν εφεδρείες, όπως έδειξε η μάχη στον Ανάλατο, παρά το τραγικό αποτέλεσμά της. Επιπλέον, το ελληνικό ναυτικό έδινε στην Επανάσταση την απαραίτητη ευελιξία και αποτελούσε ταυτόχρονα απειλή για την Ευρώπη: οι Ελληνες πειρατές, έχοντας διαλύσει το εμπόριο στην Ανατολική Μεσόγειο, υποχρέωναν τις Μεγάλες Δυνάμεις να αναζητούν λύση.
Αυτό ήταν, άλλωστε, το βασικό χαρτί των Ελλήνων: η διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος, η μετατροπή του σε θέμα κρίσιμο για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η προσπάθεια προσέγγισης των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ξεκίνησε με την έναρξη της Επανάστασης. Οι πρώτες απόπειρες του Πέτρου Ηπίτη (εκπροσώπου του Αλέξανδρου Υψηλάντη) και του κύκλου Κοραή είχαν συμβολική αλλά πολιτικά ασήμαντη επιτυχία. Τα πράγματα θα αλλάξουν όταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος αναλάβει την εξωτερική πολιτική στις αρχές του 1822, αλλά κυρίως όταν θα αφιερωθεί πλήρως σ’ αυτήν, στις αρχές του καλοκαιριού του 1823. Οι πιο τολμηρές ιδέες του (όπως η προσέγγιση με το Βατικανό) αποτυγχάνουν, όμως η σημαντικότερη κίνηση εξωτερικής πολιτικής είχε ήδη γίνει και ήταν η πολιτική οργάνωση των Ελλήνων στην Επίδαυρο. Αυτή δημιούργησε μια ντε φάκτο κατάσταση που ακόμα και ο Βρετανός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη, λόρδος Στράνγκφορντ, αναγνώρισε από την πρώτη στιγμή ως σημείο καμπής.
Οταν η ελληνική κυβέρνηση θα πληροφορηθεί το 1823, από την εγκυρότερη πηγή, τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, πως οι Ελληνες δεν έχουν τίποτα να περιμένουν από τη Ρωσία, αυτή θα είναι η κρίσιμη στιγμή για την εξωτερική πολιτική της Επανάστασης. Η Ελλάδα θα στραφεί σταδιακά και επιφυλακτικά προς τη Μεγάλη Βρετανία.
Το 1823, οι Ελληνες δεν είχαν ακόμα απευθείας πρόσβαση στον υπουργό Εξωτερικών Τζορτζ Κάνινγκ. Αυτή θα τους την εξασφαλίσει το Φιλελληνικό Κομιτάτο μαζί με το απαραίτητο διεθνές δάνειο που επέτρεψε στον ελληνικό στόλο να ενισχυθεί. Ο Κάνινγκ ήταν έτοιμος να εκμεταλλευτεί και να κατευθύνει παρασκηνιακά αυτήν την προσέγγιση, καθώς, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, λόρδο Κάστλρεϊ, δεν έβλεπε την Ελληνική Επανάσταση ως κίνδυνο αλλά ως ευκαιρία για τα βρετανικά συμφέροντα.
Τα άγνωστα τεκμήρια
Παρά το γεγονός πως η πολιτική του Κάνινγκ στο ελληνικό ζήτημα θεωρείται λίγο έως πολύ γνωστή, στην πραγματικότητα δεν είναι. Στα βρετανικά αρχεία υπάρχει τεράστιος όγκος εγγράφων, εντελώς άγνωστων ή ανεκμετάλλευτων. Τα έγγραφα αυτά ανήκουν κυρίως στην αλληλογραφία του Τζορτζ Κάνινγκ με τον εξάδελφό του Στράτφορντ Κάνινγκ (που θα του ανατεθεί η πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη και ο χειρισμός του ελληνικού ζητήματος). Αλλά στο αρχικό στάδιο, στον σχεδιασμό των δύο εξαδέλφων, συμμετέχει και ο Δούκας του Ουέλιγκτον, ο νικητής του Βατερλό. Ο,τι ακολουθεί, λοιπόν, βασίζεται στην άγνωστη, στο μεγαλύτερο μέρος της, αλληλογραφία των τριών (1825-26) και στο, επίσης, ανεκμετάλλευτο σημειωματάριο του Τζορτζ Κάνινγκ.
Το «θαύμα» επετεύχθη – «Στην αρχή της εξέγερσης αναρωτιόμασταν πώς ένας άοπλος και περιφρονημένος αγροτικός πληθυσμός θα κατάφερνε να κυριαρχήσει επί των Τούρκων […] Αλλά αυτό το θαύμα έχει ήδη επιτευχθεί», έγραφε στον Κάνινγκ ο εξάδελφός του, Στράτφορντ.
Ο Κάνινγκ έχει αρχικώς έναν βασικό στόχο: να αποτρέψει μια επίθεση της Ρωσίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία καθώς είναι βέβαιο πως οι Οθωμανοί θα καταρρεύσουν και αυτό θα δώσει προβάδισμα στους Ρώσους στον γεωπολιτικό ανταγωνισμό για τον έλεγχο της περιοχής (πρόκειται για το γνωστό Ανατολικό Ζήτημα). Σε αντίθεση με τον Μέτερνιχ, όμως, ο Κάνινγκ δεν βλέπει μονοδιάστατα την Ελληνική Επανάσταση ως πύλη για ρωσική διείσδυση στα Βαλκάνια. Αντιθέτως παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Ελλάδα και δίνει άτυπες κατευθύνσεις στους υφισταμένους του για σταδιακή μετατροπή της αυστηρής ουδετερότητας σε «φιλική [προς τους Ελληνες] ουδετερότητα». Θεωρεί πως η προσήλωση στο δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν υπηρετεί απαραίτητα τα βρετανικά συμφέροντα αλλά δεν επιθυμεί ανοικτή σύγκρουση με τους Οθωμανούς. Αν και δεν την αποκλείει (ακόμα και μονομερώς), προτιμά –και αυτός είναι ο στόχος του– να εμπλέξει και άλλες Δυνάμεις.
Ο Κάνινγκ, επιπλέον, απορρίπτει πλήρως το ρωσικό σχέδιο για τις τρεις ορθόδοξες ηγεμονίες στα Βαλκάνια, καθώς αυτό έχει σχεδιαστεί για να εξασφαλίσει τον απόλυτο πολιτικό έλεγχο της περιοχής από τη Ρωσία. Η παράλληλη απόρριψη του σχεδίου από τους Ελληνες τον ικανοποιεί αλλά αυξάνει τη δυσπιστία των Ρώσων απέναντί του. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 1825 ο Κάνινγκ προσπαθεί να αποτρέψει μια ρωσική επίθεση που προετοιμάζεται από τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο – σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες που συγκεντρώνει το Φόρεϊν Οφις.
Ο αιφνίδιος θάνατος του Αλέξανδρου θα οδηγήσει σε μορατόριουμ που ο Κάνινγκ θα εκμεταλλευτεί πλήρως. Κατ’ αρχάς αναθέτει το ελληνικό ζήτημα στον εξάδελφό του Στράτφορντ Κάνινγκ, πολύ έμπειρο διπλωμάτη που γνωρίζει καλά την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Στράτφορντ, αφού μελετήσει σε βάθος το σχετικό υλικό (που οι υπηρεσίες του Φόρεϊν Οφις οργανώνουν υποδειγματικά για να τον βοηθήσουν), διατυπώνει το νέο δόγμα της βρετανικής πολιτικής: Η Βρετανία είναι έτοιμη να αναγνωρίσει μονομερώς την ελληνική ανεξαρτησία εφόσον οι Ελληνες επιτύχουν τους στόχους τους στρατιωτικά. Αν δεν τα καταφέρουν, η Βρετανία θα προσπαθήσει, σε συνεννόηση με τους συμμάχους της, να εξασφαλίσει μία κατ’ όνομα αυτονομία αλλά ουσιαστικά ανεξαρτησία – διότι αν οι Ελληνες δεν αυτοκυβερνώνται, η Ρωσία θα ασκεί δυσανάλογη επιρροή στο νέο κρατίδιο.
Τον Δεκέμβριο του 1825 ο Στράτφορντ φτάνει στην Κέρκυρα, στη δυσκολότερη στιγμή για την Επανάσταση. Ο Ιμπραήμ ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου και ετοιμάζεται να περάσει στη Δυτική Ελλάδα για να πολιορκήσει το Μεσολόγγι. «Κανονικά», γράφει σε έκθεση που στέλνει στον εξάδελφό του, «θα έλεγε κανείς πως οι Ελληνες έχουν μηδαμινές πιθανότητες επιτυχίας»: δεν έχουν χρήματα, δεν έχουν τακτικό στρατό που να μπορεί να τα βάλει με τον Ιμπραήμ (ο οποίος ενισχύεται διαρκώς), οι Οθωμανοί είναι αποφασισμένοι περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Το μόνο πλεονέκτημα των Ελλήνων είναι «το ναυτικό τους που θαυμάζει όλη η Ευρώπη» και η αποφασιστικότητα των ηγετών τους. «Αλλά εδώ έχουμε ένα έθνος, τόσο ευφυές, επίμονο και δραστήριο ώστε δεν ισχύουν οι συνήθεις κανόνες του πολέμου. […] Στην αρχή της εξέγερσης αναρωτιόμασταν πώς ένας άοπλος και περιφρονημένος αγροτικός πληθυσμός θα κατάφερνε να κυριαρχήσει επί των Τούρκων, να επιτύχει διαδοχικές νίκες έναντι των πολυάριθμων στρατευμάτων του Σουλτάνου και να καταλάβει μερικά από τα ισχυρότερα φρούρια της αυτοκρατορίας του. Αλλά αυτό το θαύμα έχει ήδη επιτευχθεί».
Η εμπλοκή των Βρετανών δεν έχει συναισθηματικό χαρακτήρα αλλά καθαρά γεωπολιτικό. Ο Μαυροκορδάτος θα εξηγήσει στις αρχές του 1825, σε επιστολή του προς τον Κάνινγκ και αργότερα προφορικά στον Στράτφορντ, πως τα βρετανικά συμφέροντα απειλούνται από τις δύο αρνητικές εναλλακτικές για τους Ελληνες. Η επιτυχία του Ιμπραήμ θα δώσει στην Αίγυπτο (άρα και στη Γαλλία) τον πλήρη έλεγχο της Αν. Μεσογείου, ενώ η λύση της αυτονομίας θα ενισχύσει τη ρωσική επιρροή στα Βαλκάνια. «Μόνο η ελληνική ανεξαρτησία θα διασφαλίσει για τους Βρετανούς τον δρόμο προς την Ινδία», θα του γράψει.
Ο Κάνινγκ θα στείλει στις αρχές του 1826 τον Ουέλιγκτον στην Αγία Πετρούπολη για να αποτρέψει μονομερείς ρωσικές πρωτοβουλίες αλλά και να εμπλέξει τη Ρωσία στα σχέδιά του: «Ας δούμε τώρα πώς θα σώσουμε την Ελλάδα, αξιοποιώντας τον τρόμο που προκαλεί στους Τούρκους η Ρωσία». Αν και ο νέος Ρώσος Αυτοκράτορας, Νικόλαος, δηλώνει στον Ουέλιγκτον πως αδιαφορεί για τους Ελληνες διότι οι αρχές του δεν του επιτρέπουν να βοηθήσει επαναστάτες, ο Βρετανός απεσταλμένος θα τον πείσει να υπογράψει το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης, μερικές ημέρες πριν πέσει το Μεσολόγγι. Το ελληνικό ζήτημα έχει πλέον διεθνοποιηθεί.
Η νέα βρετανική πολιτική γίνεται αισθητή αμέσως στο Ιόνιο. Ενα μήνα πριν από την Εξοδο, ο πλοίαρχος Ρόμπερτ Σπένσερ (HMS Naiad) θα απειλήσει επίσημα τον Ιμπραήμ:
«Η Βρετανία προειδοποιεί τον Ιμπραήμ Πασά ότι δεν θα αποδεχθεί κανένα σχέδιο εκτοπισμού των αμάχων του Μοριά, ιδίως γυναικών και παιδιών, προς την Ασία ή την Αφρική και την αντικατάστασή τους από ξένους πληθυσμούς. Η βρετανική κυβέρνηση απαιτεί σαφή και έγγραφη διάψευση ή αποκήρυξη τέτοιων προθέσεων. Εάν ο Ιμπραήμ Πασάς δεν παράσχει υπογεγραμμένη απάντηση εντός της καθορισμένης προθεσμίας, η Βρετανία θα αναφέρει την άρνησή του στους συμμάχους της και θα θεωρήσει εαυτήν ελεύθερη να λάβει μέτρα, ενδεχομένως να αναλάβει και ναυτική δράση, για να αποτρέψει την εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου».
Οι Οθωμανοί και ο Ιμπραήμ είναι πλέον πεπεισμένοι πως η νέα πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας θα αλλάξει εντελώς τα δεδομένα. Θα πρέπει να κινηθούν γρήγορα και αποφασιστικά αν θέλουν να πετύχουν τον στόχο τους, την πλήρη υποταγή των Ελλήνων.
Ο κ. Αριστείδης Ν. Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το βιβλίο του «Ο Ενδοξότερος Αγώνας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

