Από το 1832, η Χάριετ Μπίτσερ Στόου ζούσε με την οικογένειά της στο Σινσινάτι του Οχάιο. Η ψήφιση του Νόμου περί φυγάδων δούλων το 1850 οδήγησε σε αναταραχή στην πολιτεία, καθώς συνελήφθησαν φυγάδες δούλοι αλλά και ελεύθεροι μαύροι. Εξοργισμένη από την όλη κατάσταση, καθώς η ίδια, η οικογένειά της και οι φίλοι τους ήταν υπέρμαχοι της κατάργησης της δουλείας, η Στόου, σε σύντομο χρονικό διάστημα, άρχισε να γράφει σε μικρές συνέχειες αυτό που θα εξελισσόταν σε ένα από τα πιο διάσημα βιβλία κατά της δουλείας.
Επίσημα, η Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά κυκλοφόρησε στις 20 Μαρτίου 1852. Χαρακτηριστικό στοιχείο που μαρτυρά τη δημοφιλία της είναι ότι μέσα σε μία εβδομάδα πουλήθηκαν περισσότερα από δέκα χιλιάδες αντίτυπα και, μέχρι το τέλος του χρόνου, ο αριθμός αυτός είχε αγγίξει τις τριακόσιες χιλιάδες. Πολύ σύντομα το βιβλίο ξεπέρασε τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών. Τον Μάιο του ίδιου έτους, οι εκδόσεις Clarke & Company είχαν ήδη δημοσιεύσει στο Λονδίνο το έργο – ανατύπωση βάσει της δέκατης αμερικανικής έκδοσης. Ακολούθησαν πολλές ακόμα αγγλικές εκδόσεις, με τις πωλήσεις μέσα σε έναν χρόνο να φτάνουν το ενάμισι εκατομμύριο αντίτυπα. Σύμφωνα δε με την έκδοση του Houghton Mifflin του 1879, η Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά είχε ήδη μεταφραστεί σε πάνω από 37 γλώσσες.
Υπήρξαν πολυάριθμες κριτικές για το βιβλίο εντός και εκτός ΗΠΑ, οι οποίες –ανεξαρτήτως του αν ήταν θετικές ή όχι– δεν έδιναν έμφαση τόσο στη λογοτεχνική του αξία αλλά στα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του βασικού ζητήματος που διαπραγματευόταν: της δουλείας. Ιδιαίτερα σφοδρές υπήρξαν οι κριτικές που προήλθαν από τον αμερικανικό Νότο, οι οποίες κατηγόρησαν τη Στόου ότι τα περιστατικά που περιγράφονται στις σελίδες του έργου ήταν δημιούργημα της φαντασίας της. Η ίδια, τότε, εγκατέλειψε όλα τα άλλα έργα της για να προετοιμάσει το Κλειδί για την Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά – μια συλλογή από μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων, διαφημίσεις εφημερίδων για δραπέτες σκλάβους και πλήθος στατιστικών στοιχείων και αναφορών. Σε αντίδραση, οι Νότιοι προχώρησαν στη συγγραφή βιβλίων που εναντιώνονταν στο έργο της Στόου, και στόχευαν στην αλλαγή του κλίματος μέσω περιγραφών περί ευτυχισμένης ζωής των δούλων.
Παράλληλα, υπήρξαν και άλλου είδους παρουσιάσεις της Καλύβας, όπως μουσική, ποιητική, αλλά και θεατρικές παραστάσεις. Παρά την άρνηση της συγγραφέως να γράψει η ίδια ή να εγκρίνει μια δραματοποίηση του έργου της, αυτό παρουσιάστηκε στο θέατρο για πρώτη φορά στη Βαλτιμόρη το 1852. Ακολούθησαν πολλές ακόμα παραστάσεις, οι οποίες, όμως, ανάλογα με το πού παρουσιάζονταν, είχαν προσαρμοσμένο κείμενο, ώστε το τελευταίο να ταιριάζει με τη «φιλοσοφία» της εκάστοτε περιοχής: υπέρ της δουλείας στον Νότο, κατά της δουλείας στον Βορρά.
Μετά το τέλος του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, ωστόσο, η δημοτικότητα του βιβλίου άρχισε να μειώνεται σταδιακά, και ταυτόχρονα το λογοτεχνικό κατεστημένο να υποτιμά τη «λογοτεχνική του ποιότητα», συγκρίνοντας τη γραφή της με εκείνη άλλων συγγραφέων, όπως ο Χένρι Τζέιμς. Eτσι, σταδιακά η Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά κατέληξε να είναι πιο δημοφιλές ως παιδικό βιβλίο. Μάλιστα, μετά τη λήξη των πνευματικών δικαιωμάτων το 1893, υπήρξαν οι πρώτες συντομευμένες παιδικές εκδόσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες στον 20ό αιώνα πολλαπλασιάστηκαν.
Και σήμερα, όμως, η Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά εξακολουθεί να αποτελεί ένα κλασικό –παιδικό– ανάγνωσμα σε όλο τον κόσμο.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

