Κεντρικό ρόλο στην έκρηξη του Αμερικανο-Μεξικανικού Πολέμου το 1846 διαδραμάτισε η επεκτατική πολιτική των ΗΠΑ, η οποία καθοδηγείτο σε μεγάλο βαθμό από την ιδεολογία του Προφανούς Πεπρωμένου (Manifest Destiny). Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι είχαν θεϊκή αποστολή να επεκταθεί το κράτος τους προς Δυσμάς, φθάνοντας έως τον Ειρηνικό Ωκεανό. Κατά την εφαρμογή της πολιτικής τους, αναπόφευκτα οι ΗΠΑ ήρθαν σε σύγκρουση με το Μεξικό, το οποίο κατείχε εκτεταμένα εδάφη στην περιοχή.
Η κήρυξη της ανεξαρτησίας του Τέξας το 1836 και η επακόλουθη προσάρτησή του από τις ΗΠΑ το 1845 επιδείνωσαν δραματικά τις σχέσεις των δύο κρατών, καθώς το Μεξικό δεν αναγνώριζε την απώλεια του Τέξας. Βασικό σημείο τριβής ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Μεξικό αποτέλεσε το ζήτημα της χάραξης νέας συνοριακής γραμμής. Οι ΗΠΑ υποστήριζαν ότι το νότιο σύνορο του Τέξας ήταν ο ποταμός Ρίο Γκράντε, ενώ το Μεξικό θεωρούσε ως σύνορο τον ποταμό Νουέσες, ο οποίος βρίσκεται αρκετά βορειότερα. Οταν ο Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Πολκ απέστειλε στρατεύματα στα αμφισβητούμενα από τους Μεξικανούς εδάφη, σημειώθηκαν συγκρούσεις με τις μεξικανικές δυνάμεις που στάθμευαν στην περιοχή. Επρόκειτο για την αφορμή της έναρξης του πολέμου το 1846.
Μετά την έκρηξη του πολέμου, η κυβέρνηση Πολκ κατέστησε σαφές ότι επιδίωκε όχι μόνον την οριστική προσάρτηση του Τέξας αλλά και την απόκτηση της Καλιφόρνιας και του Νιου Μέξικο, περιοχών με τεράστια οικονομική και στρατηγική αξία στον σχεδιασμό των ΗΠΑ. Η πρόσβαση στον Ειρηνικό Ωκεανό εθεωρείτο ζωτικής σημασίας για το εμπόριο και την επιρροή των ΗΠΑ στη Βόρεια Αμερική. Από την άλλη, το Μεξικό βρισκόταν εν μέσω μιας περιόδου πολιτικής αστάθειας, με συνεχείς κυβερνητικές αλλαγές και σοβαρά οικονομικά προβλήματα να ταλανίζουν την εκάστοτε κυβέρνηση. Ο στρατηγός Αντόνιο Λόπες ντε Σάντα Αννα επέστρεψε στην εξουσία σε μια προσπάθεια να οργανώσει την άμυνα της χώρας, αλλά οι εσωτερικές έριδες και η έλλειψη οικονομικών πόρων για τη χρηματοδότηση της πολεμικής προσπάθειας δυσχέραναν τη θέση των Μεξικανών.
Παρά τις επιτυχίες στα πεδία των μαχών στα διαφιλονικούμενα εδάφη, η αμερικανική ηγεσία αντιλήφθηκε ότι για την οριστική νίκη απαιτείτο πλήγμα στην καρδιά του Μεξικού. Ο στρατηγός Γουίνφιλντ Σκοτ ανέλαβε τότε τον σχεδιασμό μιας απόβασης στις ακτές του Μεξικού, οργανώνοντας την κατάληψη της Βερακρούζ και στη συνέχεια την προέλαση προς την Πόλη του Μεξικού. Η Βερακρούζ αποτελούσε το σημαντικότερο λιμάνι του Μεξικού στον Ατλαντικό, καθώς και την κύρια πύλη θαλάσσιας επικοινωνίας με την Ευρώπη. Την πόλη περιέβαλαν ισχυρά τείχη και προστατευόταν από το φρούριο Σαν Χουάν δε Ουλούα, ένα από τα ισχυρότερα οχυρά της εποχής στη Βόρεια Αμερική. Για τους Αμερικανούς, η κατάληψη της πόλης θα πρόσφερε μια ασφαλή βάση ανεφοδιασμού για τις επιχειρήσεις προς το εσωτερικό της χώρας.
Στις 9 Μαρτίου 1847, οι πρώτες δυνάμεις των Αμερικανών άρχισαν να αποβιβάζονται νότια της Βερακρούζ σε μία από τις πρώτες μεγάλης κλίμακας αμφίβιες επιχειρήσεις στην ιστορία των ΗΠΑ. Οι αμερικανικές δυνάμεις περικύκλωσαν την πόλη και στη συνέχεια έστρεψαν το πυροβολικό τους εναντίον των τειχών της. Το αμερικανικό ναυτικό συμμετείχε στις επιχειρήσεις, αυξάνοντας την πίεση στους υπερασπιστές της Βερακρούζ.
Η πολιορκία διήρκεσε περίπου είκοσι ημέρες και προκάλεσε σοβαρές καταστροφές στην πόλη. Οι Μεξικανοί υπερασπιστές, υπό τον στρατηγό Χουάν Μοράλες, αντιστάθηκαν σθεναρά παρά τις βαριές απώλειες που υπέστησαν. Παραδόθηκαν στους Αμερικανούς στις 29 Μαρτίου 1847.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

