Κατά τον 13o αιώνα, η περιοχή της Βαλτικής χαρακτηριζόταν από έντονη πολιτική αστάθεια και εθνοπολιτισμική πολυμορφία. Φιννικές, βαλτικές και σλαβικές ομάδες διαβιούσαν σε μια ευρεία περιοχή, στην οποία δεν είχαν ακόμα εγκαθιδρυθεί κρατικά μορφώματα δυτικού μεσαιωνικού τύπου. Οι Λιθουανοί και οι Σαμογίτες διατηρούσαν ακόμη τις παγανιστικές θρησκευτικές δομές και την πολεμική παράδοση των προγόνων τους, προβάλλοντας εμπόδια στην επέκταση της επιρροής της Καθολικής Εκκλησίας στην περιοχή.
Καθοριστικό ρόλο στην εξάπλωση του καθολικού χριστιανικού δόγματος στη Βαλτική διαδραμάτισαν τα μοναστικά στρατιωτικά τάγματα, ιδίως το Λιβονικό Τάγμα, το οποίο αποτελούσε παρακλάδι του ευρύτερου Τευτονικού Τάγματος. Τα μοναστικά στρατιωτικά τάγματα συνιστούσαν έναν ιδιότυπο θεσμό της λατινικής χριστιανοσύνης, στον οποίο συνδυαζόταν ο μοναχικός βίος με τη στρατιωτική δράση. Οι ιππότες-μοναχοί δεσμεύονταν από θρησκευτικούς όρκους, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούσαν ως επαγγελματικά στρατιωτικά σώματα, αφιερωμένα στην κατάκτηση και στον εκχριστιανισμό των πληθυσμών που ασπάζονταν παγανιστικές θρησκείες.
Στη Βαλτική, το Λιβονικό Τάγμα ανέλαβε ρόλο όχι μόνο στρατιωτικό αλλά και διοικητικό. Ιδρυσε κάστρα σε στρατηγικά σημεία, τα οποία λειτουργούσαν ως κέντρα άμυνας, ελέγχου και προβολής ισχύος, καθώς και ως βάσεις για τις εκστρατείες. Παράλληλα, ανέπτυξε εμπορικά και διοικητικά δίκτυα, επιδιώκοντας τη σταδιακή επιβολή ενός φεουδαρχικού συστήματος δυτικοευρωπαϊκού τύπου στην περιοχή.
Η κυριαρχία των ιπποτών του Λιβονικού Τάγματος αμφισβητήθηκε σοβαρά έπειτα από ήττες που υπέστησαν στις μάχες του Σκουόντας το 1259 και του Ντούρμπε το 1260. Η ήττα τους στο πεδίο της μάχης υπονόμευσαν το κύρος τους προκαλώντας την εξέγερση των κατοίκων της Σεμιγαλλίας, περιοχής που σήμερα ανήκει στη Λετονία. Τον χειμώνα του 1270, το Λιβονικό Τάγμα πραγματοποίησε εκστρατεία στη Σεμιγαλλία, προκειμένου να καταστείλει την εξέγερση. Ωστόσο, όταν ο επικεφαλής του τάγματος Οτο φον Λούτερμπεργκ πληροφορήθηκε την ταυτόχρονη εισβολή ισχυρού λιθουανικού στρατού, αποφάσισε να υποχωρήσει προς τη Ρίγα. Οι Λιθουανοί, εκμεταλλευόμενοι τον παγετό που είχε καλύψει τη Βαλτική, προχώρησαν βορειότερα και έφτασαν έως το νησί Σάαρεμαα, λεηλατώντας την ύπαιθρο στο πέρασμά τους.
Η απειλή που συνιστούσε η προέλαση των Λιθουανών στον Βορρά για τις κτήσεις του τάγματος οδήγησε τα μέλη του να λάβουν την απόφαση να κινηθούν εναντίον τους. Στις 16 Φεβρουαρίου 1270 έλαβε χώρα η καθοριστική μάχη ανάμεσα στους Λιθουανούς και στο Λιβονικό Τάγμα και στους συμμάχους τους. Οι δύο στρατοί αναμετρήθηκαν επάνω στον πάγο, κοντά στο χωριό Καρούσε.
Σύμφωνα με τις πηγές της περιόδου, η πλάστιγγα έγειρε από νωρίς υπέρ των Λιθουανών. Η συνεχής παρενόχληση και οι ελιγμοί τους φαίνεται ότι προκάλεσαν αποδιοργάνωση στο βαριά οπλισμένο ιππικό των ιπποτών, το οποίο δυσκολευόταν να αντιδράσει αποτελεσματικά πολεμώντας στον πάγο. Καθοριστικό πλήγμα για το Λιβονικό Τάγμα υπήρξε ο θάνατος του αρχηγού του Οτο φον Λούτερμπεργκ, ο οποίος σηματοδότησε και την ήττα του.
Υπολογίζεται ότι στη διάρκεια της μάχης έχασαν τις ζωές τους περίπου 52 ιππότες και 600 στρατιώτες του Λιβοτικού Τάγματος, ενώ από πλευράς των Λιθουανών σκοτώθηκαν περίπου 1.500 άνδρες.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

