Επί σχεδόν 1.600 χρόνια ο Φάρος της Αλεξάνδρειας στεκόταν σαν άγρυπνος φρουρός σε ένα νησάκι στην είσοδο του ανατολικού λιμανιού της πόλης. Η δέσμη φωτός του υποσχόταν ασφάλεια στους ναυτικούς που πλησίαζαν τις επικίνδυνες ακτές. Το ύψος του ήταν 140 μέτρα, χαμηλότερο μόνο από τη Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας. Ωστόσο, το 1303 μ.Χ., ένας ισχυρός σεισμός προκάλεσε τσουνάμι που διέλυσε το εμβληματικό κτίσμα. Μια άλλη ισχυρή δόνηση, είκοσι χρόνια αργότερα, αποτέλειωσε ό,τι είχε απομείνει και ο «ουρανοξύστης» από γρανίτη και ασβεστόλιθο ύψους περίπου 140 μέτρων τελικά βυθίστηκε στη θάλασσα.
«Τα θραύσματα είναι διασκορπισμένα σε υποθαλάσσια έκταση περίπου 18 στρεμμάτων», λέει η Ιζαμπέλ Ερί, αρχαιολόγος στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Ερευνας της Γαλλίας.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η δρ Ερί ηγείται του Project Pharos, καθοδηγώντας μια επίλεκτη ομάδα ιστορικών, αρχιτεκτόνων και προγραμματιστών με στόχο την ανακατασκευή του αρχαίου φάρου. Εχοντας ήδη αναλύσει περίπου 5.000 λίθους και αντικείμενα στον βυθό, η ομάδα επιχειρεί να ανασυνθέσει το μνημείο αντίστροφα, ξεκινώντας από την κατάρρευσή του τον 14ο αιώνα.
Αυτή η φιλόδοξη σύζευξη αρχαιότητας και καινοτομίας βασίζεται στη φωτογραμμετρία, η οποία συνθέτει χιλιάδες δισδιάστατες εικόνες σε ακριβή τρισδιάστατα μοντέλα, συναρμολογώντας ψηφιακά ένα γιγάντιο αρχαιολογικό παζλ.

Το περασμένο καλοκαίρι, σε συνεργασία με το αιγυπτιακό υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων, η ομάδα χρησιμοποίησε πλωτό γερανό για να ανασύρει 22 γρανιτένιους βράχους, βάρους έως και 80 τόνων έκαστος.
Κατά την επιχείρηση, ανασύρθηκαν πάνω από 100 αντικείμενα, μεταξύ των οποίων υπέρθυρα, μολύβδινοι σύνδεσμοι και στοιχεία από τη γιγαντιαία είσοδο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν τα κατάλοιπα ενός άγνωστου έως τώρα πυλώνα, με πύλη που συνδύαζε αιγυπτιακά διακοσμητικά στοιχεία και ελληνική τεχνογνωσία.
Αφού μεταφέρθηκαν στην επιφάνεια, τα τεράστια αυτά κομμάτια «σκαναρίστηκαν» από μηχανικούς του Ιδρύματος Dassault Systèmes, οι οποίοι τα επανατοποθέτησαν εικονικά στον ψηφιακό Φάρο της Αλεξάνδρειας.

Οι ερευνητές αποκάλυψαν μεταξύ άλλων ότι το μνημείο συναρμολογήθηκε με προηγμένες τεχνικές αλληλοσύνδεσης λίθων και όχι μόνο με κονίαμα. «Οι μεταλλικοί σύνδεσμοι εξηγούν πώς ένα τόσο τεράστιο οικοδόμημα ανεγέρθη σε τόσο σύντομο χρόνο», λέει η δρ Ερί.
Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι χρησιμοποιήθηκε τοπικός ασβεστόλιθος για τον πυρήνα και γρανίτης για την πύλη, προσφέροντας αντοχή σε αιώνες περιβαλλοντικής καταπόνησης. Τα υπέρθυρα επέτρεψαν στους ερευνητές να χαρτογραφήσουν με ακρίβεια την είσοδο, ανατρέποντας προηγούμενες εκτιμήσεις για την κλίμακα του μνημείου. Εκπληξη προκάλεσε και το συμπέρασμα ότι ο φάρος δεν κατέρρευσε απότομα αλλά φθάρθηκε σταδιακά.
Η δρ Ερί εκτιμά ότι το έργο απέχει πολλά χρόνια από την ολοκλήρωσή του, καθώς η κρατική χρηματοδότηση είναι περιορισμένη και η ρύπανση αυξάνεται. Τα απορρίμματα και η άνοδος της λάσπης θολώνουν τα νερά, δυσχεραίνοντας τη φωτογραμμετρία και την ανάσυρση κομματιών.
Πηγή: NYT

