Ο Γκούσταβ Κλιμτ γεννήθηκε στα περίχωρα της Βιέννης στις 14 Ιουλίου 1862. Από νεαρή ηλικία φάνηκε η έφεσή του στις τέχνες και σε ηλικία 14 ετών εγκατέλειψε το κανονικό σχολείο για να φοιτήσει στη Σχολή Καλών Τεχνών και Χειροτεχνίας της Βιέννης με πλήρη υποτροφία. Χάρη στο ταλέντο του, άρχισε να δέχεται, ήδη από τα χρόνια φοίτησής του, μικρές παραγγελίες. Μετά την αποφοίτησή του το 1883, άνοιξε ένα στούντιο με τον μικρότερο αδελφό του Ερνστ και τον κοινό τους φίλο Φραντς Μας.
Οι τρεις νεαροί άντρες συμφώνησαν να επικεντρωθούν στις τοιχογραφίες και να ακολουθήσουν τις δημοφιλείς στην ανώτερη τάξη και την αριστοκρατία της Βιέννης καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής˙ μια απόφαση, που τους εξασφάλισε πολυάριθμες παραγγελίες για δημόσιους χώρους. Αξιοσημείωτο παράδειγμα αποτελεί η οροφή πάνω από τη σκάλα του Εθνικού Θεάτρου (Burgtheater). Για τα επιτεύγματά της αυτά, η ομάδα τιμήθηκε το 1888 από τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο-Ιωσήφ Α΄.
Το 1890, οι αδελφοί Κλιμτ και ο Μας εντάχθηκαν στον Σύνδεσμο Καλλιτεχνών της Βιέννης, μια καλλιτεχνική ομάδα η οποία έλεγχε την πλειονότητα των εκθέσεων στην πόλη. Αν και ο Γκουστάβ συνέχισε να ευθυγραμμίζεται με τις πιο παραδοσιακές τάσεις, σύντομα θα ακολουθούσε ένα διαφορετικό μονοπάτι.
Το 1892, θα έχανε τόσο τον πατέρα όσο και τον αδερφό του Ερνστ. Βαθιά επηρεασμένος από την απώλεια, άρχισε να απορρίπτει τα νατουραλιστικά πρότυπα υιοθετώντας ένα πιο προσωπικό στιλ, το οποίο βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στον συμβολισμό. Η πορεία προς ένα τέτοιο στιλ τον οδήγησε, πέντε χρόνια αργότερα, σε παραίτηση από τον Σύνδεσμο και στην ίδρυση, μαζί με άλλους ομοϊδεάτες καλλιτέχνες, μιας νέας ομάδας. Η γνωστή ως «Απόσχιση της Βιέννης» επικεντρώθηκε στην υποστήριξη νέων καλλιτεχνών, που δεν ακολουθούσαν τα παραδοσιακά πρότυπα. Η πρώτη έκθεση της ομάδας πραγματοποιήθηκε την επόμενη χρονιά και υπήρξε δημοφιλής. Μεταξύ των έργων που παρουσιάστηκαν βρισκόταν και ο πίνακας του Κλιμτ που απεικονίζει το σύμβολο της ομάδας – την Παλλάδα Αθηνά.
Το 1900, η Φιλοσοφία, ένα από τα τρία έργα που φιλοτέχνησε ο Κλιμτ για το Πανεπιστήμιο της Βιέννης, εκτέθηκε για πρώτη φορά στην έβδομη έκθεση της ομάδας, προκαλώντας, όμως, αντιδράσεις καθώς παρουσίαζε γυμνές ανθρώπινες μορφές και «σκοτεινές» συμβολικές εικόνες. Παρόμοια αντιμετώπιση είχαν η Ιατρική και η Νομική, που είχαν φιλοτεχνηθεί για τον ίδιο σκοπό. Μάλιστα, το προσωπικό του πανεπιστημίου κατέθεσε αίτημα για τη μη τοποθέτησή τους. Η Ιατρική, ωστόσο, εκτέθηκε στην Παγκόσμια Εκθεση Παρισιού και έλαβε το Grand Prix. Ο Κλιμτ γνώρισε τότε μεγάλη δημόσια αναγνώριση. Είναι η εποχή που δημιούργησε μια σειρά από πίνακες με εκτεταμένη χρήση διακοσμητικών φύλλων χρυσού και μιας επίπεδης, δισδιάστατης προοπτικής που θύμιζε βυζαντινά ψηφιδωτά για να δημιουργήσουν εντυπωσιακές εμβληματικές φιγούρες.
Το 1905, ο Κλιμτ έλαβε μια παραγγελία για την οροφή της τραπεζαρίας του Palais Stoclet, της κατοικίας ενός πλούσιου Βέλγου βιομηχάνου στις Βρυξέλλες, έργο που ολοκληρώθηκε πέντε χρόνια αργότερα. Εν τω μεταξύ, το 1906, ο πίνακάς του Θάνατος και Ζωή -κατά τον ίδιο, ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματά του- έλαβε το πρώτο βραβείο σε Διεθνή Εκθεση στη Ρώμη. Η πλειονότητα των μεταγενέστερων έργων του περιλαμβάνει σκίτσα και πίνακες γυναικών, συνήθως σε διάφορες καταστάσεις γυμνού.
Τον Ιανουάριο του 1918, ο Γκούσταβ Κλιμτ υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο που τον άφησε μερικώς παράλυτο. Ακολούθησε νοσηλεία, κατά τη διάρκεια της οποίας προσβλήθηκε από πνευμονία, που τον οδήγησε τελικά στον θάνατο στις 6 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

