Η ευρωπαϊκή λόγια μουσική κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα φέρει σε μεγάλο βαθμό τα γνωρίσματα του ύστερου Ρομαντισμού, δίνοντας έμφαση στην έντονη συναισθηματική έκφραση και τη δραματική φόρτιση. Η ιταλική όπερα του ύστερου 19ου αιώνα χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια των δημιουργών της να ανανεώσουν τις θεματικές τους, υιοθετώντας στοιχεία του βερισμού, προβάλλοντας δηλαδή στοιχεία της καθημερινής ζωής των ανθρώπων. Κεντρικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια διαδραμάτισε ο Τζάκομο Πουτσίνι.
Oντας ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του βερισμού, ο Πουτσίνι κατόρθωσε να συνδυάσει τη λυρικότητα της ιταλικής μουσικής παράδοσης με μια εκλεπτυσμένη ορχηστρική γραφή, παρουσιάζοντας βαθιά ευαισθησία απέναντι στον ανθρώπινο ψυχισμό. Οι όπερές του, όπως η Μαντάμα Μπατερφλάι, η Τόσκα και η Λα Μποέμ, διακρίνονται για τη δραματική τους αμεσότητα, τη μελωδική ευφορία και τη λεπτομερή σκιαγράφηση των χαρακτήρων.
Συγκεκριμένα, η Λα Μποέμ κατέχει ιδιαίτερη θέση στο έργο του Πουτσίνι, αποτελώντας ένα από τα πλέον εμβληματικά και δημοφιλή παραδείγματα της ώριμης συνθετικής του γραφής. Το λιμπρέτο της όπερας βασίστηκε στο μυθιστόρημα Σκηνές από την μποέμικη ζωή του Ανρί Μιρζέ και γράφτηκε από τους Λουίτζι Ιλικα και Τζουζέπε Τζακόζα. Η όπερα αφηγείται τη ζωή μιας ομάδας νεαρών καλλιτεχνών στο Παρίσι του 19ου αιώνα, εστιάζοντας στις προσωπικές τους σχέσεις, στις καλλιτεχνικές τους φιλοδοξίες και στην τραγική ιστορία αγάπης ανάμεσα στον ποιητή Ροντόλφο και τη ράφτρα Μιμή.
Ο Πουτσίνι ολοκλήρωσε τη σύνθεση της Λα Μποέμ το 1895. Η πρεμιέρα της νέας όπεράς του πραγματοποιήθηκε την 1η Φεβρουαρίου 1896 στο Βασιλικό Θέατρο του Τορίνο, υπό τη διεύθυνση του νέου τότε Αρτούρο Τοσκανίνι. Παρά τη μετέπειτα τεράστια επιτυχία της όπερας, η αρχική υποδοχή της υπήρξε συγκρατημένη και σε ορισμένες περιπτώσεις επικριτική. Μερικοί κριτικοί θεώρησαν ότι το έργο στερείτο μεγάλων δραματικών κορυφώσεων, συγκρίνοντάς το με τα μεγαλοπρεπή πρότυπα της προηγούμενης γενιάς. Παρά ταύτα, το κοινό σταδιακά αγάπησε το έργο, αναγνωρίζοντας τη συναισθηματική αμεσότητα της σύνθεσης του Πουτσίνι.
Η απήχηση της Λα Μποέμ εξαπλώθηκε γρήγορα εκτός Ιταλίας, με παραστάσεις σε μεγάλα λυρικά θέατρα της Ευρώπης και της Αμερικής. Μέσα σε λίγα χρόνια, το έργο καθιερώθηκε ως βασικό στοιχείο του διεθνούς οπερατικού ρεπερτορίου, επηρεάζοντας τόσο τη σύνθεση όσο και τη σκηνική αισθητική της όπερας των αρχών του 20ού αιώνα. Η επιτυχία της Λα Μποέμ επιβεβαίωσε τη θέση του Πουτσίνι ως κορυφαίου συνθέτη της εποχής του και ανέδειξε τη δυνατότητα της όπερας να πραγματεύεται καθημερινά, «αντιηρωικά» θέματα, δίχως να χάνει τη δραματική της δύναμη.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

