Ο Εντουάρ Μανέ γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1832, στο Παρίσι σε μια σημαντική οικογένεια. O πατέρας του ήταν δικαστής, ενώ η μητέρα του είχε βασιλική καταγωγή. Αν και από νεαρή ηλικία είχε καταλάβει ότι ήθελε να ασχοληθεί με τη ζωγραφική, μοναδικός υποστηρικτής του σε αυτό υπήρξε ο θείος του και χάρη σε αυτόν το 1845 παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου.
Ο πατέρας του, όμως, είχε άλλα σχέδια για το μέλλον του. Ετσι, ο νεαρός Εντουάρ έφτασε το 1848 στο Ρίο ντε Τζανέιρο, ώστε να μπορέσει να καταταχθεί στο Ναυτικό. Απέτυχε όμως στις απαιτούμενες εξετάσεις. Επρόκειτο, ωστόσο, για μια αποτυχία που θα έπαιζε καταλυτικό ρόλο στο να αλλάξει γνώμη ο πατέρας του και να στηρίξει τελικά τη φιλοδοξία του γιου του. Ετσι, ο Εντουάρ σύντομα βρέθηκε να σπουδάζει υπό την επίβλεψη του ζωγράφου Τόμας Κουτίρ. Για τη διεύρυνση των δεξιοτήτων του, ταξίδεψε επίσης στην Ιταλία, την Ολλανδία και τη Γερμανία, με αποτέλεσμα να εμπνευστεί από διάφορους καλλιτέχνες, όπως οι Τιτσιάνο, Καραβάτζιο, Ρέμπραντ και Βελάσκεθ.
Προς τα μέσα της δεκαετίας του 1850, έχοντας πια αρκετή αυτοπεποίθηση αποφάσισε να ανοίξει την πρώτη του γκαλερί. Τα περισσότερα από τα έργα αυτής της περιόδου απεικόνιζαν καταστάσεις της καθημερινής ζωής. Ωστόσο, σταδιακά, ο Γάλλος ζωγράφος θα επικεντρωνόταν περισσότερο σε θέματα ιστορικού και θρησκευτικού περιεχομένου.
Την εποχή εκείνη, ένας συνηθισμένος τρόπος που αξιοποιούσαν οι καλλιτέχνες ώστε να συστηθούν στο παρισινό κοινό ήταν να εκθέσουν τα έργα τους στα αποκαλούμενα Σαλόν˙ κάτι καθόλου εύκολο, αφού τα έργα που υποβάλλονταν προς έκθεση κρίνονταν αυστηρά και σχολαστικά. Ο Μανέ συμμετείχε πρώτη φορά στο Σαλόν του 1859 και στη συνέχεια κέρδισε την έγκριση των κριτών με το έργο Ισπανός τραγουδιστής (1860), το οποίο μάλιστα του χάρισε τιμητική μνεία.
Από τη δεκαετία του 1860 και εξής, ωστόσο, ο Γάλλος ζωγράφος θα περνούσε σε μια διαφορετική φάση. Πολλοί από τους πίνακές του σόκαραν την κοινωνία λόγω της «περίεργης», όπως είχε τότε θεωρηθεί, επιλογής θεμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1864, όταν ο Μανέ υπέβαλε αρκετά από τα έργα του στο Σαλόν, όλα επικρίθηκαν σκληρά τόσο από συναδέλφους καλλιτέχνες όσο και από διανοούμενους. Ο πίνακάς του με τίτλο Ο Νεκρός Χριστός με Αγγέλους (1864), για παράδειγμα, θεωρήθηκε ότι δεν ήταν ευπρεπής, καθώς το σώμα του Χριστού έμοιαζε περισσότερο με σώμα νεκρού ανθρακωρύχου χωρίς καμία πνευματικότητα.
Ο πίνακας Ολυμπία (1865), από την άλλη, λόγω της απεικόνισης μιας γυμνής γυναίκας, θα προκαλέσει ακόμη πιο έντονες συζητήσεις και θα θεωρηθεί ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους πίνακές του. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι ενώ το έργο αποτέλεσε θέμα γελοιογραφιών στον Τύπο, υποστηρίχθηκε από καλλιτέχνες όπως ο Κλοντ Μονέ, ο Πολ Σεζάν και αργότερα ο Βαν Γκογκ.
Το 1882, ο Μανέ κατάφερε να εκθέσει στο Σαλόν ένα τελευταίο έργο του με τίτλο Μπαρ στο Φολί-Μπερζέρ. Μόλις έναν χρόνο νωρίτερα, είχε λάβει τη Λεγεώνα της Τιμής – μια από τις υψηλότερες μορφές αναγνώρισης που έλαβε σε όλη του τη ζωή. Ηδη, όμως, ο ζωγράφος υπέφερε από σοβαρά προβλήματα υγείας. Αποφάσισε να νοικιάσει μια βίλα στα προάστια του Παρισιού, όπου και ολοκλήρωσε το τελευταίο από τα πολυάριθμα πορτρέτα της συζύγου του, Σουζάν Λέενχοφ.
Παρέμεινε παθιασμένος με την τέχνη του μέχρι και το τέλος, που ήρθε το 1883. Εκτός από το τεράστιο έργο του –ένα σύνολο 420 πινάκων–, ο Μανέ άφησε πίσω του και τη φήμη ενός τολμηρού και συνάμα επιδραστικού καλλιτέχνη, που συνδέθηκε με το κίνημα του ιμπρεσιονισμού.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

