Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ενωση, η πρωτοβουλία για τις Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης έχει ως στόχο, ανάμεσα σε άλλους, την επισήμανση του πλούτου και της ποικιλομορφίας των πολιτισμών στην Ευρώπη, και την ενίσχυση της αίσθησης των Ευρωπαίων πολιτών ότι ανήκουν σε έναν κοινό πολιτιστικό χώρο. Ποια είναι όμως η αφετηρία του θεσμού και ποια η συμβολή της Ελλάδας; Το α΄ μισό της δεκαετίας του 1980 αποτέλεσε μια νέα φάση για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Αν στο β΄ μισό της προηγούμενης δεκαετίας αναζητούσε έναν ρόλο, στα χρόνια που ακολούθησαν κύριο ζητούμενο ήταν η πραγματοποίηση των απαραίτητων βημάτων προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Οι ηγέτες των κρατών-μελών της ΕΟΚ εκείνο το διάστημα θα πραγματοποιούσαν σημαντικά βήματα για την «επανεκκίνηση» της Κοινότητας και την προώθηση μιας στενότερης Ευρωπαϊκής Ενωσης. Δεν είναι τυχαία τα λόγια του Γάλλου προέδρου μετά τη Σύνοδο Κορυφής στο Φοντενμπλό, τον Ιούνιο του 1984: «Φέραμε την Ευρώπη σε ένα ισχυρό νέο ξεκίνημα».
Παράλληλα, παρατηρείται και μια σταδιακή έμφαση στον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει ο πολιτισμός σε αυτήν την «επανεκκίνηση» της Κοινότητας. Ενα σημαντικό τέτοιο βήμα πραγματοποιήθηκε στις 19 Ιουνίου 1983 στη Στουτγάρδη, όταν στο Συμβούλιο των Ευρωπαίων αρχηγών κρατών αναγνωρίστηκε η σημασία του πολιτισμού και, ειδικότερα, της ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς για την προσέγγιση των λαών της Κοινότητας. Σύμφωνα με την επίσημη δήλωση, υποστηριζόταν η συμμετοχή σε πολιτιστικές δραστηριότητες που ως στόχο θα είχαν τη στενότερη συνεργασία μεταξύ των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τις ανταλλαγές εμπειριών, ιδίως μεταξύ των νέων, και την ανάπτυξη της διδασκαλίας των γλωσσών των κρατών-μελών της Κοινότητας. Προβλεπόταν ακόμα η βελτίωση της πληροφόρησης για την ιστορία και τον πολιτισμό της Ευρώπης καθώς και στενότερος συντονισμός των πολιτιστικών δραστηριοτήτων σε τρίτες χώρες, στο πλαίσιο της Πολιτικής Συνεργασίας.
Η ελληνική πρόταση
Σε αυτό το πνεύμα, στο πλαίσιο της ελληνικής προεδρίας, το δεύτερο εξάμηνο του 1983, η τότε υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη προσκάλεσε στην Αθήνα ανεπίσημα τους υπουργούς Πολιτισμού της ΕΟΚ με στόχο να παρουσιάσει την πρότασή της για τον θεσμό της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Πρωτεύουσας. Για εκείνη, ο πολιτισμός αποτελούσε την ψυχή της κοινωνίας. Επομένως, το κύριο καθήκον των αρμόδιων υπουργών ήταν να δώσουν έμφαση στα θεμέλια και στη φύση της Κοινότητας με την αναγνώριση των διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών. Σύμφωνα με τη Μερκούρη, «ο καθοριστικός παράγοντας μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας έγκειται ακριβώς στον σεβασμό αυτών των διαφορετικοτήτων με στόχο τη δημιουργία ενός ζωντανού διαλόγου μεταξύ των πολιτισμών της Ευρώπης. […] Ο πολιτισμός, η τέχνη και η δημιουργικότητα δεν είναι λιγότερο σημαντικά από την τεχνολογία, το εμπόριο και την οικονομία».
Ακολουθώντας μία παράδοση σε σχέση με τη σημασία του πολιτισμού στην Ευρώπη, που υπήρχε ήδη από τα χρόνια της Σύνδεσης και κυρίως από την περίοδο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, η ελληνική πλευρά θεωρούσε αδιανόητο να επιτευχθεί η ανάπτυξη της Κοινότητας χωρίς μια ισχυρή πολιτιστική διάσταση.

Η πρόταση ωστόσο διατυπώθηκε όταν είχαν γίνει κάποια δειλά πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Παρά την απόφαση της Στουτγάρδης, σε επίπεδο ουσιαστικών μέτρων ακόμα παρατηρούνταν σοβαρές ελλείψεις. Αυτός ήταν και ο λόγος που η ελληνική πρόταση αντιμετωπίστηκε μάλλον με κάποια διστακτικότητα. Αναμφισβήτητα, ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η αρωγή της Γαλλίας, και κυρίως του υπουργού Πολιτιστικών Υποθέσεων Ζακ Λανγκ. Αυτό διεφάνη πρωτίστως κατά τη διάρκεια της γαλλικής προεδρίας, που ακολούθησε την ελληνική, όταν και έγινε μία συντονισμένη προσπάθεια να αλλάξει το κλίμα.
Σταδιακά, οι προβληματισμοί και οι ενδοιασμοί αμβλύνθηκαν. Το επίσημο ψήφισμα υπέρ της ελληνικής πρότασης ήρθε τον Ιούνιο του 1985. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ζακ Λανγκ, οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές φαίνεται πως αγνοούσαν τη σημασία του ιστορικού αυτού γεγονότος, καθώς «οι Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης χτίζουν γέφυρες σε μια εποχή που υψώνονται τείχη». Σε μεγάλο βαθμό, για τον Γάλλο υπουργό, είχαν καθοδηγηθεί από τα νόμιμα συμφέροντά τους, «από τους ανέμους της αναβίωσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης […]», καθώς και την άνθηση της γαλλογερμανικής κατανόησης μεταξύ Μιτεράν και Κολ.
Σημασία έχει, πάντως, ότι η ελληνική πρόταση έγινε τελικά δεκτή. Ο βαθύτερος στόχος της ήταν η ενίσχυση της αίσθησης της ίδιας της Ευρώπης· κάτι που αποτυπώνεται και στο ίδιο το κείμενο του επίσημου ψηφίσματος της 13ης Ιουνίου 1985, το οποίο τόνιζε ότι η πρωτοβουλία αναλήφθηκε «για να βοηθήσει τους λαούς των κρατών-μελών να έρθουν πιο κοντά, αλλά θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ευρύτερες ευρωπαϊκές πολιτιστικές συγγένειες».
Δύσκολο εγχείρημα
Πρώτη πόλη η οποία αναδείχθηκε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης ήταν η Αθήνα. Θέλημα των υπευθύνων ήταν ο νεοσύστατος ευρωπαϊκός θεσμός να μην αποτελέσει απλώς ένα είδος φεστιβάλ, αλλά έναν τόπο συνάντησης, συζήτησης και ανταλλαγής ιδεών και επικοινωνίας, όπου διανοούμενοι, επιστήμονες και καλλιτέχνες θα συνέβαλλαν στην προώθηση της ευρωπαϊκής σκέψης· οι Ευρωπαίοι πολίτες να μην είναι απλοί θεατές, αλλά να διαμορφώνουν νέες ιδέες και σχέσεις στο πλαίσιο μιας πολιτικά ενοποιημένης Ευρώπης.
Το υπουργείο Πολιτισμού ανέλαβε την ευθύνη για τη διοργάνωση των εκδηλώσεων, ενώ συντονιστής τέθηκε ο Σπύρος Μερκούρης. Το εγχείρημα δεν ήταν όμως καθόλου εύκολο, καθώς η ελληνική πρωτεύουσα είχε έλλειψη τόσο σε υποδομές όσο και ως προς τις απαραίτητες εγκαταστάσεις.
Ως εκ τούτου, υπήρχε ανάγκη για έκτακτη διάθεση κονδυλίων. Η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε θετικά, ενώ σημαντική υπήρξε και η υποστήριξη από πλευράς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Τα κράτη-μέλη, εκτός από την οικονομική βοήθεια που παρείχαν –η συνολική συνεισφορά τους ξεπέρασε τα 263 εκατ. δρχ.–, συνέβαλαν στην επιτυχή υλοποίηση των προγραμμάτων και μέσω της αποστολής καλλιτεχνικών εταιρειών. Από ελληνικής πλευράς, συγκροτήθηκαν επιτροπές εικαστικών τεχνών, μουσικής, θεάτρου, συνεδρίων, κινηματογράφου, αρχιτεκτονικής, λαογραφίας, χορού και εκθέσεων, ενώ συνέδραμαν και διάφοροι φορείς του τόπου – από την Ακαδημία Αθηνών και πανεπιστημιακά ιδρύματα μέχρι μουσεία.
Σχεδόν δύο εκατ. θεατές παρακολούθησαν τις εκδηλώσεις
Οι επίσημοι εορτασμοί για την ανακήρυξη της Αθήνας ως πρώτης Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης έλαβαν χώρα την 21η Ιουνίου 1985. Παρόντες ήταν μεταξύ άλλων ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός και το υπουργικό συμβούλιο, εκπρόσωποι κομμάτων της αντιπολίτευσης, αλλά και ξένοι υπουργοί Πολιτισμού. Αξιοσημείωτο είναι δε ότι παρόντες ήταν και ο Ιταλός πρωθυπουργός Μπετίνο Κράξι, καθώς και ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν, ο οποίος μάλιστα ανέφερε πως το 1985 αποτελούσε το πρώτο
έτος της Ευρώπης.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου χαρακτήρισε τον θεσμό μια σύγχρονη αμφικτυονία, ενώ ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Χρήστος Σαρτζετάκης, στην ομιλία του αναφέρθηκε στο ελληνικό πνεύμα και στις ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού: «[…] τα στοιχεία, τα οποία συνέβαλαν εις την δημιουργία του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ημπορεί να αναζητηθούν, κατά χρονική σειρά, εις το ελληνικό πνεύμα, την ρωμαϊκή πολιτειακή παράδοσι, τον Χριστιανισμό και το ρωμαλέο αίμα των λαών, που συνέθεσαν την Ευρώπη. Από αυτά δε πάλι, και η Ρώμη δεν νοείται χωρίς τις ελληνικές καταβολές, και ο Χριστιανισμός μόνον χάρις στην ελληνική γλώσσα διεδόθη. […] Προσέφερε δε, ειδικώτερον, τρία ανεκτίμητα πολιτιστικά αγαθά: […] το κάλλος στην περιοχή της τέχνης, […] την φιλοσοφία, […] το ιδεωδέστερο σύστημα πολιτειακής συγκροτήσεως, […] η Δημοκρατία. […] Αυτά τα πολιτιστικά αγαθά είναι ακριβώς εκείνα, τα οποία και συνθέτουν την ουσία του ευρωπαϊκού πολιτισμού και δονούν την ψυχή του Ευρωπαίου».
Παρούσες ήταν όμως και σημαντικές προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών, όπως οι Λέοναρντ Μπερνστάιν, Ινγκμαρ Μπέργκμαν και Τζιόρτζιο Στρέλερ, οι οποίοι έφτασαν στην Ελλάδα κατόπιν προσκλήσεως της Ελληνίδας υπουργού Πολιτισμού.
Η προσπάθεια της Αθήνας στέφθηκε από επιτυχία καθώς υπολογίζεται ότι τις εκδηλώσεις, οι οποίες είχαν διοργανωθεί ευρύτερα στην Αττική και όχι μόνο εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων, παρακολούθησαν περίπου ένα εκατομμύριο θεατές, ενώ τις διάφορες εκθέσεις επισκέφθηκαν γύρω στα 800.000 άτομα.
Συνολικά από το 1985, έχουν αναδειχθεί Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης 42 πόλεις, ανάμεσα στις οποίες η Θεσσαλονίκη (1997), η Πάτρα (2006) και η Ελευσίνα (2023). Με το πέρασμα των ετών, ο θεσμός αναπτύχθηκε περαιτέρω, και απέκτησε, εκτός από πολιτιστικό, και σημαντικό κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο, συμβάλλοντας στο ότι σήμερα θεωρείται ίσως ο πιο επιτυχής στον πολιτιστικό τομέα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Αξίζει δε τέλος να αναφερθεί ότι η συμβολή της Ελλάδας, του τότε νέου μέλους – κράτους της Κοινότητας, στον συγκεκριμένο θεσμό αναγνωρίστηκε ακόμα περισσότερο με τη χορήγηση από το 2010 του Βραβείου Μελίνα Μερκούρη –χρηματικού επάθλου ύψους 1,5 εκατ. ευρώ– στην εκάστοτε Πολιτιστική Πρωτεύουσα τρεις μήνες πριν από την έναρξη των εκδηλώσεων.
* Η κ. Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου είναι δρ Ιστορίας Διεθνών Σχέσεων
και Ευρώπης του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

