Η Μαρία Μαγκνταλένε Ντίτριχ, όπως ήταν το πραγματικό όνομά της, είχε όνειρο να ασχοληθεί επαγγελματικά με το βιολί. Στα τέλη της εφηβείας της, όμως, θα άλλαζε πορεία, αποφασίζοντας να εξερευνήσει την υποκριτική. Παρακολούθησε μαθήματα στη δραματική σχολή του Μαξ Ράινχαρντ και σύντομα πέτυχε να έχει μικρούς ρόλους στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Γρήγορα άλλαξε το όνομά της σε Μαρλέν, καθώς η οικογένειά της αποδοκίμαζε την επαγγελματική της αυτή επιλογή.
Η καριέρα της άρχισε να απογειώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Το 1930, επιλέχθηκε για την πρώτη ομιλούσα ταινία της Γερμανίας, –Ο Μπλε Αγγελος, σε σκηνοθεσία του Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ– η οποία τη βοήθησε να αναγνωριστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς, λίγο μετά την πρεμιέρα της ταινίας στο Βερολίνο, η Ντίτριχ μετακόμισε στην Αμερική. Ακολούθησε η ταινία Μαρόκο, στο πλευρό του Γκάρι Κούπερ, η οποία της χάρισε τη μοναδική της υποψηφιότητα για Οσκαρ.
Υποδυόμενη συχνά τη μοιραία γυναίκα, η Ντίτριχ αμφισβήτησε τις τότε αποδεκτές αντιλήψεις για τη θηλυκότητα. Συχνά φορούσε παντελόνια, ακολουθώντας μια πιο «αρρενωπή» μόδα τόσο εντός, όσο και εκτός οθόνης˙ μια επιλογή που πολλές φορές οδήγησε στη δημιουργία νέων τάσεων. Ακολούθησαν και άλλες ταινίες με σκηνοθέτη τον Φον Στέρνμπεργκ. Η τελευταία συνεργασία μαζί του ήταν στην ταινία Ο Διάβολος είναι Γυναίκα του 1935, στην οποία υποδύεται μια ψυχρή femme fatale που γοητεύει άνδρες κατά τη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης.
Στη συνέχεια, η Ντίτριχ προσπάθησε να «μαλακώσει» την εικόνα της συμμετέχοντας σε πιο ανάλαφρες ταινίες. Παράλληλα, έκανε αρκετές ταινίες με τον Τζον Γουέιν, με τον οποίο φημολογούνταν ότι είχε σχέση, που αργότερα μετατράπηκε σε μια δυνατή φιλία.
Παρά τις προσκλήσεις που δεχόταν για να επιστρέψει στη Γερμανία και να γυρίσει ταινίες εκεί, η ίδια τις απέρριψε όλες, όντας σφοδρή αντίπαλος του ναζιστικού καθεστώτος – αυτός ήταν και ο λόγος που απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μάλιστα, η Ντίτριχ ταξίδεψε αρκετά για να ψυχαγωγήσει τα συμμαχικά στρατεύματα, τραγουδώντας τραγούδια όπως το «Λίλι Μαρλέν» και άλλα, τα οποία αργότερα θα γίνονταν βασικά κομμάτια στις παραστάσεις της. Ηχογράφησε επίσης αντιναζιστικά μηνύματα στα γερμανικά.
Μετά τον πόλεμο, γύρισε αρκετές επιτυχημένες ταινίες μέχρι περίπου τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Στη συνέχεια, είχε δύο πολύ καλές δευτερεύουσες ερμηνείες στις ταινίες Ο Αρχων του Τρόμου (1958) και Τα Απόρρητα της Νυρεμβέργης (1961), του Ορσον Γουέλς.
Καθώς, όμως, η κινηματογραφική της καριέρα έφθινε, άκμασε μια άλλη – αυτή του τραγουδιού. Εμφανίστηκε σε όλο τον κόσμο, από το Λας Βέγκας μέχρι το Παρίσι. Το 1960, μάλιστα, η Μαρλέν Ντίτριχ εμφανίστηκε για πρώτη φορά από την προπολεμική περίοδο στη Γερμανία, όπου σε γενικά πλαίσια, έτυχε θερμής υποδοχής.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, όμως, είχε εγκαταλείψει πια τις παραστάσεις. Μετακόμισε στο Παρίσι όπου έζησε το υπόλοιπο της ζωής της σχεδόν σε απομόνωση. Στα μέσα της δεκαετίας που ακολούθησε, παρείχε μεν κάποια ηχητικά σχόλια για το ντοκιμαντέρ του Μαξιμίλιαν Σελ για εκείνη με τίτλο Μαρλέν, αρνήθηκε δε να εμφανιστεί στην κάμερα. Λίγα χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1992, θα έφευγε και από τη ζωή. Η σωρός της μεταφέρθηκε στο Βερολίνο για να θαφτεί δίπλα στη μητέρα της.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

