Ο Aλοϊς Αλτσχάιμερ γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1864 στο Μάρκτμπραϊτ της Βαυαρίας. Διαπρέποντας στις σπουδές του στο σχολείο, σπούδασε στη συνέχεια ιατρική στο Βερολίνο, το Ασάφενμπουργκ, το Τύμπινγκεν και το Βίρτσμπουργκ, απ’ όπου αποφοίτησε έχοντας πτυχίο Ιατρικής το 1887. Την επόμενη χρονιά, ξεκίνησε να εργάζεται στο κρατικό ψυχιατρικό άσυλο στη Φρανκφούρτη, όπου ξεκίνησε την εκπαίδευσή του στην ψυχιατρική και τη νευροπαθολογία. Hδη από τα χρόνια αυτά εκδήλωσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την έρευνα στον φλοιό του ανθρώπινου εγκεφάλου.
Κατά τη διάρκεια της εργασίας του στο άσυλο της Φρανκφούρτης, ο Αλοϊς παντρεύτηκε τη Σεσίλιε Σιμονέτε Ναταλί Βάλερσταϊν, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τη Γερτρούδη και τον Χανς. Δυστυχώς, όμως, η προσωπική ευτυχία θα ήταν σύντομη, αφού επτά χρόνια αργότερα, το 1901, η σύζυγός του πέθανε.
Παράλληλα, κατά την παραμονή του εκεί, ο Αλτσχάιμερ είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον Eμιλ Κρέπελιν, έναν από τους πιο γνωστούς Γερμανούς ψυχιάτρους της εποχής. Ο Κρέπελιν έγινε μέντοράς του και οι δυο τους συνεργάστηκαν πολύ στενά τα χρόνια που ακολούθησαν. Οταν το 1903 ο Κρέπελιν μετακόμισε στο Μόναχο για να εργαστεί στο Βασιλικό Ψυχιατρικό Νοσοκομείο, κάλεσε τον Αλτσχάιμερ να τον ακολουθήσει. Εκείνη την εποχή, ο Κρέπελιν έκανε κλινική έρευνα για την ψύχωση σε ηλικιωμένους ασθενείς. Αποδεχόμενος την πρόσκληση, καθώς ήταν επηρεασμένος και από τον θάνατο της συζύγου του, ο Αλτσχάιμερ είχε την ευκαιρία να συνδέσει τη θεωρητική και την κλινική πρακτική. Την επόμενη χρονιά, η παρουσία του αναγνωρίστηκε περαιτέρω, όταν κλήθηκε να εργαστεί ως λέκτορας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Λούντβιχ-Μαξιμίλιαν στο Μόναχο.
Το 1906, έδωσε μια ομιλία στο 37ο Συνέδριο Ψυχιάτρων της Νότιας Γερμανίας, η οποία πλέον είναι διάσημη. Στην ομιλία αυτή, ο Αλτσχάιμερ δήλωσε ότι είχε εντοπίσει μια ασυνήθιστη ασθένεια του εγκεφαλικού φλοιού, η οποία είχε επηρεάσει μια ασθενή και είχε προκαλέσει συμπτώματα απώλειας μνήμης, αποπροσανατολισμού και παραισθήσεων μέχρι τον θάνατό της, ο οποίος συνέβη στην ηλικία των πενήντα ετών και ήταν άτυπος.
Στη νεκροψία, ο εγκέφαλος της ασθενούς είχε δείξει διάφορες ανωμαλίες. Ο εγκεφαλικός φλοιός ήταν λεπτότερος από το φυσιολογικό, ενώ ταυτόχρονα βρέθηκε μια πλάκα, η οποία έως τότε συναντιόταν μόνο σε ηλικιωμένους, μαζί με νευροϊνιδιακά πλέγματα. Αυτές οι πλάκες β αμυλοειδούς και τα πλέγματα που σχηματίζονται από την πρωτεΐνη tau δεν είχαν περιγραφεί ποτέ προηγουμένως. Η ασθένεια ονομάστηκε «Νόσος Αλτσχάιμερ» από τον Κρέπελιν στην 8η έκδοση του Εγχειριδίου Ψυχιατρικής, τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1910.
Ο Αλτσχάιμερ θα συνέχιζε τη μελέτη πάνω στη συγκεκριμένη νοσολογική οντότητα τα επόμενα χρόνια, η οποία κατέληξε στο έργο Ιστολογικές και Ιστοπαθολογικές Μελέτες του Εγκεφαλικού Φλοιού, όπου περιέγραφε την παθολογία του νευρικού συστήματος. Το εξάτομο αυτό έργο δημοσιεύθηκε μεταξύ 1907 και 1918.
Το 1913, καθ’ οδόν προς το Μπρεσλάου της Γερμανίας για την ανάληψη της θέσης του προέδρου του Τμήματος Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Φρίντριχ-Βίλχελμ, αρρώστησε σοβαρά από κρυολόγημα που οδήγησε σε ενδοκαρδίτιδα. Χωρίς ποτέ να αναρρώσει πλήρως, πέθανε το 1915 σε ηλικία 51 ετών. Θάφτηκε δίπλα στη σύζυγό του στο εβραϊκό νεκροταφείο στη Φρανκφούρτη.
Σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, η παθολογοανατομική διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ εξακολουθεί να βασίζεται στις ίδιες ερευνητικές μεθόδους που χρησιμοποιούνταν το 1906˙ γεγονός που μαρτυρά τη σημασία της ανακάλυψης του Aλοϊς Αλτσχάιμερ περίπου 120 χρόνια νωρίτερα.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

