Ηταν Ιούνιος του 1839 όταν ο βασιλιάς Καμεχαμέχα Γ΄ εξέδωσε διακήρυξη η οποία διασφάλιζε ότι τόσο οι αποκαλούμενοι «κοινοί λαοί» όσο και οι αποκαλούμενοι «αρχηγοί» θα προστατεύονταν εξίσου στο Βασίλειο της Χαβάης. Παρ’ όλα αυτά, τον Ιούλιο του ίδιου έτους, ο λοχαγός του Γαλλικού Ναυτικού Σιρίλ ΛαΠλας έφτασε στην περιοχή με τη φρεγάτα «Artémise», απειλώντας με πόλεμο από πλευράς Γαλλίας λόγω της άνισης μεταχείρισης και των διωγμών των καθολικών του νησιού. Παρότι λίγες μέρες αργότερα ο βασιλιάς αναγνώρισε τα δικαιώματα των καθολικών μέσω ειδικού διατάγματος, το συγκεκριμένο ζήτημα έδειξε πόσο ευάλωτο παρέμενε το χαβανέζικο έθνος. Μοναδική λύση, πλέον, πρόβαλλε η διεθνής αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Βασιλείου της Χαβάης.
Δύο χρόνια αργότερα, ο Καμεχαμέχα Γ’ αποφάσισε να κάνει τα απαραίτητα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση στέλνοντας ειδικούς απεσταλμένους στα σημαντικότερα κράτη που συνδέονταν με το θέμα. Ήταν ο Χαάλιλιο, γραμματέας του Χαβανέζου βασιλιά, και οι Σίμπσον και Ρίτσαρντς, κυβερνήτες στην υπηρεσία της Εταιρείας του Κόλπου Χάντσον. Οι τελευταίοι, όταν έφτασαν στη Χονολουλού, ενδιαφέρθηκαν για την κατάσταση στο εσωτερικό του βασιλείου και αποφάσισαν να συνδράμουν την κυβέρνηση. Ο Τζορτζ Σίμπσον αναχώρησε πρώτος για τη Βρετανία, ενώ οι Ρίτσαρντς και Χαάλιλιο, απέπλευσαν στις 8 Ιουλίου 1842 με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στη Μεγάλη Βρετανία, η αρχική αντίδραση ήταν αρνητική. Μάλιστα, ο Αλεξάντερ Σίμπσον, συγγενής του Τζορτζ Σίμπσον και δηλωμένος υποστηρικτής της προσάρτησης των νησιών στη Μεγάλη Βρετανία, διορίστηκε ως υπηρεσιακός πρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας στις Νήσους Σάντουιτς – όπως ήταν γνωστά τα νησιά της Χαβάης από το 1778, οπότε ανακαλύφθηκαν κατά το τρίτο ταξίδι του Κουκ, μέχρι περίπου και τα μέσα του 19ου αιώνα.
Οι Ρίτσαρντς και Χαάλιλιο έφτασαν στην Ουάσιγκτον στις αρχές Δεκεμβρίου και είχαν αρκετές συζητήσεις με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών. Τελικά, στις 19 Δεκεμβρίου έλαβαν επίσημη επιστολή η οποία αναγνώριζε την ανεξαρτησία του Βασιλείου της Χαβάης και δήλωνε ότι καμία δύναμη δεν πρέπει να αποβιβαστεί στα νησιά, με στόχο είτε την κατάκτηση είτε τον αποικισμό τους, και επίσης ότι καμία δύναμη δεν πρέπει να επιδιώξει τον αδικαιολόγητο έλεγχο της υφιστάμενης εξουσίας.
Στις 17 Μαρτίου 1843, χάρη στη βοήθεια και τη στήριξη που έλαβε από τον Λεοπόλδο Α΄ του Βελγίου, η Χαβάη πέτυχε τη δέσμευση για αναγνώρισης της ανεξαρτησίας της από τη Γαλλία, ανοίγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον δρόμο και για την αναγνώριση από τη Βρετανία. Τελικώς, την 1η Απριλίου 1843, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών δήλωσε επίσημα ότι η χώρα του ήταν πρόθυμη να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία των νήσων, επιμένοντας όμως για την απόλυτη ισότητα όλων των ξένων κατοίκων τους ενώπιον του νόμου.
Τελικά, στις 28 Νοεμβρίου 1843, η Γαλλία και η Βρετανία δημοσίευσαν κοινή δήλωση με την οποία διατυπωνόταν ότι, λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη στις Νήσους Σάντουιτς μιας κυβέρνησης ικανής να διασφαλίσει την κανονικότητα των σχέσεών τους με ξένα έθνη, έκριναν σωστό να δεσμευτούν αμοιβαία ότι θα θεωρήσουν τις Νήσους Σάντουιτς ως ανεξάρτητο έθνος κι ότι δεν θα τις καταλάβουν ποτέ, είτε άμεσα είτε υπό τη μορφή προτεκτοράτου ή υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή.
Αυτή ήταν η κίνηση με την οποία το Βασίλειο της Χαβάης έγινε δεκτό στα πλαίσια των ανεξάρτητων εθνών. Το 1898 η κατάσταση θα άλλαζε ακόμα μία φορά, καθώς η Χαβάη θα υπαγόταν στις ΗΠΑ ως υπερπόντια κτήση, ύστερα από την ανατροπή της βασίλισσας Λιλιουοκαλανί. Στη συνέχεια, το 1959, αναγνωρίστηκε ως η 50ή Αμερικανική Πολιτεία. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι και σήμερα, η 28η Νοεμβρίου εορτάζεται ως ημέρα κατά την οποία επετεύχθη η αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Χαβανέζικου Εθνους.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

