Η δημιουργία της Μεγάλης Ρουμανίας μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μετέβαλε άρδην το εσωτερικό πολιτικό τοπίο της χώρας. Ο διπλασιασμός της Ρουμανίας με την ενσωμάτωση της Τρανσυλβανίας, της Μπουκοβίνας, του Βανάτου και της Βεσσαραβίας καθώς και η αγροτική μεταρρύθμιση που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1920-1924 ανέδειξαν νέες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, ανατρέποντας τις παλαιές ισορροπίες. Το παλαιό δικομματικό σύστημα κατέρρευσε με την εξαφάνιση από την πολιτική σκηνή του Συντηρητικού Κόμματος, το οποίο είχε υιοθετήσει φιλογερμανική στάση κατά τον Μεγάλο Πόλεμο.
Παρότι απώλεσε την επιρροή του παρελθόντος, το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα παρέμεινε μια μεγάλη πολιτική δύναμη στη Ρουμανία, έχοντας στην ηγεσία έναν ικανό πολιτικό, τον Iον Μπρατιάνου, και την υποστήριξη του βασιλέα Φερδινάνδου. Κατά τη δεκαετία του 1920, ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά στις εκλογές έλαβε το Εθνικό Κόμμα, το οποίο υποστηριζόταν κατά κύριο λόγο από τους Ρουμάνους της Τρανσυλβανίας. Οταν συγχωνεύτηκε με το Αγροτικό Κόμμα, συγκροτώντας το Εθνικό-Αγροτικό Κόμμα, το 1927, κατάφερε να αποτελέσει το αντίπαλο δέος του παραδοσιακού Εθνικού Φιλελεύθερου Κόμματος, το οποίο τασσόταν υπέρ μιας συγκεντρωτικής πολιτικής στη Ρουμανία, με συντονιστικό κέντρο το Βουκουρέστι. Από την άλλη, το Εθνικό-Αγροτικό Κόμμα υποστήριζε την αποκέντρωση, τονίζοντας την ανάγκη για την καταπολέμηση της ξενοφοβίας, η οποία ήταν πολύ ισχυρή στη Ρουμανία ήδη από τον 19ο αιώνα, και την προσέλευση ξένων επενδυτών.
Υπήρχαν, ωστόσο, και προσωπικότητες οι οποίες χάραξαν αυτόνομη πορεία στην πολιτική σκηνή της μεσοπολεμικής Ρουμανίας. Ξεχωρίζει η περίπτωση του πολυσχιδούς ιστορικού, φιλολόγου και πολιτικού Νικολάε Ιόργκα, ενός ανθρώπου ο οποίος προσπάθησε να ανατρέψει τα αρνητικά στερεότυπα των Ρουμάνων για τους Φαναριώτες και γενικότερα για τους Ελληνες. Ελκοντας την καταγωγή του από Ελληνες εμπόρους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Μολδοβλαχία τον 18ο αιώνα, ο πολύγλωσσος και πολυγραφότατος ιστορικός επιδίωξε να τονίσει με το έργο του τη συνεισφορά της Ρουμανίας στην παγκόσμια ιστορία.
Κατά τον Μεσοπόλεμο, ο Ιόργκα τάχθηκε υπέρ της στήριξης των αγροτών, θεωρώντας τους ως την ενσάρκωση των ρουμανικών εθνικών αξιών και εγγύηση για τη διαφύλαξη της Μεγάλης Ρουμανίας. Σε αντίθεση, ωστόσο, με τους εθνικιστές της «Σιδηράς Φρουράς», ο Ιόργκα υπήρξε πολέμιος της ξενοφοβίας και του ρατσισμού, απορρίπτοντας την πολιτική των διακρίσεων εις βάρος των εθνικών μειονοτήτων. Κατά τη σύντομη περίοδο της πρωθυπουργίας του (193-1932), προώθησε μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση και στον πολιτισμό.
Σε μια περίοδο που οι ακραίες ιδεολογίες έβρισκαν ολοένα και περισσότερη απήχηση στη Ρουμανία καθώς και στην υπόλοιπη Ευρώπη, δεν δίστασε να συγκρουστεί με την αντισημιτική οργάνωση «Σιδηρά Φρουρά» και τον ηγέτη της Ζελέα Κοντρεάνου. Μετά τη σύλληψη και την εκτέλεση του Κοντρεάνου και άλλων ηγετικών στελεχών της «Σιδηράς Φρουράς» το 1938, η οργάνωση θεώρησε τον Ιόργκα συνυπεύθυνο αυτών των πράξεων. Επειτα από την ανάληψη της ηγεσίας της Ρουμανίας από τον στρατηγό Ιον Αντονέσκου και την προσχώρηση της χώρας στον Αξονα το φθινόπωρο του 1940, οι Λεγεωνάριοι της «Σιδηράς Φρουράς» επιχείρησαν να εκδικηθούν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Στις 27 Νοεμβρίου 1940 απήγαγαν τον Ιόργκα από την οικία του στη Σινάια και στη συνέχεια τον εκτέλεσαν πυροβολώντας τον εννιά φορές.
Ο θάνατος του Ιόργκα προκάλεσε αλγεινή εντύπωση στην παγκόσμια ακαδημαϊκή κοινότητα. Επρόκειτο για έναν ιστορικό διεθνούς φήμης, τα επιτεύγματα και την ευφυΐα του οποίου αναγνώριζαν όλοι. Η ανεξέλεγκτη δράση των Λεγεωνάριων προβλημάτισε ακόμα και τον ίδιο τον Αντονέσκου. Οταν τα μέλη της προσπάθησαν να τον ανατρέψουν τον Ιανουάριο του 1941, εκείνος επενέβη δυναμικά διαλύοντας την οργάνωση και εκτοπίζοντας την ηγεσία της σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

