Στις 25 Νοεμβρίου 1986, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών αναγκάστηκε να παραδεχθεί δημόσια την ύπαρξη ενός μυστικού, παράνομου μηχανισμού στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής της, ο οποίος συνέδεε δύο φαινομενικά άσχετες υποθέσεις: την πώληση αμερικανικών όπλων στο Ιράν και τη χρηματοδότηση των αντικαθεστωτικών ανταρτών Κόντρας στη Νικαράγουα.
Η παραδοχή έγινε σε έκτακτη συνέντευξη Τύπου του τότε γενικού εισαγγελέα (επικεφαλής του υπουργείου Δικαιοσύνης) Εντουιν Μις, παρουσία του προέδρου Ρόναλντ Ρίγκαν, αμέσως μετά τον εντοπισμό εσωτερικού υπομνήματος στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (NSC), το οποίο αποκάλυπτε ότι μέρος των εσόδων από τις πωλήσεις όπλων είχε διοχετευθεί μυστικά και χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου στους Κόντρας. Το υπόμνημα αυτό, γνωστό και ως «diversion memo» (υπόμνημα εκτροπής), αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο ενός σκανδάλου που επρόκειτο να συγκλονίσει τις ΗΠΑ για χρόνια.
Οι πρώτες υποψίες είχαν προκύψει νωρίτερα τον Νοέμβριο, όταν λιβανέζικες εφημερίδες αποκάλυψαν ότι ΗΠΑ και Ισραήλ είχαν αποστείλει πυραύλους TOW και συστήματα Hawk στο Ιράν το 1985 και το 1986, παρά το εμπάργκο που ίσχυε από το 1979 και τις επίσημες δηλώσεις Ρίγκαν ότι η Ουάσιγκτον «δεν διαπραγματεύεται με τρομοκράτες». Η αμερικανική κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι αποστολές στόχευαν να απελευθερώσουν Αμερικανούς ομήρους στον Λίβανο και να οικοδομήσουν δίαυλο με «μετριοπαθείς» της ιρανικής ηγεσίας. Στην πράξη, όμως, οι επιχειρήσεις οργανώθηκαν μέσω ιδιωτών μεσαζόντων, με κεντρικά πρόσωπα τον Ιρανό επιχειρηματία Μανουτσέρ Γκορμπανιφάρ και τον αντισυνταγματάρχη Ολιβερ Νορθ, μέλος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, ο οποίος συντόνιζε τις μεταφορές όπλων και τις χρηματορροές μακριά από την επίσημη διπλωματία.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον αναζητούσε τρόπους να στηρίξει τους Κόντρας, οι οποίοι μάχονταν την αριστερή κυβέρνηση των Σαντινίστας που βρισκόταν στην εξουσία από το 1979. Η αρχική χρηματοδότηση μέσω της CIA περιορίστηκε από τις τροπολογίες Boland (1982 και 1984), οι οποίες απαγόρευαν ρητά τη χρήση ομοσπονδιακών πόρων για στρατιωτική υποστήριξη προς τους Νικαραγουανούς αντάρτες. Η κυβέρνηση Ρίγκαν, ωστόσο, δεν θεωρούσε ότι η ανάσχεση του σοσιαλισμού στη Λατινική Αμερική μπορούσε να εγκαταλειφθεί, και έτσι στράφηκε σε ανεπίσημες πηγές: χρηματοδότηση από τρίτες χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και η Ταϊβάν, ιδιώτες δωρητές, αλλά και μια μυστική παραστρατιωτική δομή γνωστή ως «Enterprise», υπό τον απόστρατο στρατηγό Ρίτσαρντ Σέκορντ και τον επιχειρηματία Αλμπερτ Χακίμ. Ο Νορθ βρήκε έναν τρόπο για να «λύσει» το πρόβλημα: τα χρήματα που έμεναν ως πλεόνασμα από τις πωλήσεις όπλων στο Ιράν θα διοχετεύονταν στους Κόντρας, διαμορφώνοντας μια χρηματοδοτική ροή η οποία δεν προερχόταν από κρατικό προϋπολογισμό και άρα δεν υπαγόταν στις απαγορεύσεις του Κογκρέσου.
Οι επιχειρήσεις αυτές διεξάγονταν ουσιαστικά εκτός του επίσημου κρατικού μηχανισμού εξωτερικής πολιτικής, μέσω ιδιωτικών δικτύων, μυστικών λογαριασμών και ανεπίσημων διαύλων που δεν υπάγονταν σε κοινοβουλευτικό έλεγχο: λαθραία δρομολόγια, ιδιωτικές αερομεταφορές, υπεράκτιους λογαριασμούς και εμπλοκή της CIA σε μυστικές, μη δηλωμένες αποστολές. Η επιχείρηση κλονίστηκε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1986, όταν ανεφοδιαστικό αεροσκάφος των Κόντρας καταρρίφθηκε και ο επιζών Αμερικανός του πληρώματος αιχμαλωτίστηκε, φέρνοντας στο φως στοιχεία για μυστικές επιχειρήσεις. Η οριστική αποκάλυψη, όμως, επήλθε όταν οι διαρροές από τον Λίβανο επιβεβαιώθηκαν από εσωτερική έρευνα του υπουργείου Δικαιοσύνης και το διαβόητο υπόμνημα της εκτροπής ήρθε στα χέρια των ανωτάτων αξιωματούχων, ενώ ο Νορθ επιχειρούσε να καταστρέψει έγγραφα στο γραφείο του.
Οι πολιτικές συνέπειες ήταν άμεσες: ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Τζον Πόιντεξτερ παραιτήθηκε και ο Νορθ απομακρύνθηκε από τη θέση του. Ο Ρίγκαν, υπό πίεση, διόρισε την Επιτροπή Τάουερ για να εξετάσει τον ρόλο του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, ενώ το Κογκρέσο προχώρησε σε κοινές συνεδριάσεις επιτροπών της Βουλής και της Γερουσίας, στις οποίες ο Νορθ εμφανίστηκε ένστολος, καταθέτοντας ότι «είπε ψέματα» σε κυβερνητικούς αξιωματούχους και κατέστρεψε έγγραφα, ισχυριζόμενος όμως ότι ενεργούσε ορμώμενος από πατριωτικά αισθήματα και πάντα λαμβάνοντας εντολές από ανωτέρους. Ο Πόιντεξτερ υποστήριξε ότι ανέλαβε ο ίδιος την ευθύνη ώστε να μη βρίσκεται ο πρόεδρος ενήμερος, προκαλώντας κατηγορίες περί συγκάλυψης.
Η τελική έκθεση του Κογκρέσου αναγνώρισε ότι ο πρόεδρος Ρίγκαν δεν αποδείχθηκε ότι είχε λεπτομερή γνώση όλων των βημάτων, αλλά τόνισε ότι «όφειλε να γνωρίζει», επικρίνοντας την κυβέρνηση για αδιαφάνεια, παραβίαση της αρχής διάκρισης των εξουσιών και παράκαμψη του Κογκρέσου στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Η ποινική διερεύνηση οδήγησε σε κατηγορίες κατά 14 προσώπων, μεταξύ των οποίων υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου και του Πενταγώνου. Αρκετοί καταδικάστηκαν, πριν λάβουν τελικά προεδρική χάρη από τον Τζορτζ Μπους το 1992.
Το σκάνδαλο Ιράν – Κόντρας δεν ανέτρεψε την κυβέρνηση Ρίγκαν και δεν προκάλεσε συνταγματική κρίση επιπέδου Γουότεργκεϊτ, άφησε όμως βαθύ αποτύπωμα στην πολιτική κουλτούρα των ΗΠΑ. Ανέδειξε την ύπαρξη ενός «διπλού συστήματος» στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής: μιας δημόσιας, θεσμικά ελεγχόμενης πολιτικής και μιας μυστικής, καθοδηγούμενης από τον Λευκό Οίκο και όχι από τους θεσμικούς μηχανισμούς ελέγχου πολιτικής, η οποία λειτουργούσε έξω από τα όρια της λογοδοσίας. Σε μια εποχή που ο Ψυχρός Πόλεμος δικαιολογούσε συχνά ακραίες πρακτικές στο όνομα της αναχαίτισης του κομμουνισμού, το σκάνδαλο Ιράν – Κόντρας υπενθύμισε ότι η υπέρβαση θεσμικών ορίων δεν τελείται χωρίς κόστος για τη δημοκρατία.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

