Σαν σήμερα: 24 Νοεμβρίου 1963 – Δολοφονείται ο Λι Χάρβεϊ Οσβαλντ, δολοφόνος του JFK

Σαν σήμερα: 24 Νοεμβρίου 1963 – Δολοφονείται ο Λι Χάρβεϊ Οσβαλντ, δολοφόνος του JFK

Ο θάνατός του, πριν καταθέσει επισήμως, στέρησε από τις Αρχές την ευκαιρία για πλήρη ανάκριση και από την κοινή γνώμη την πιθανότητα ο ίδιος να μιλήσει δημόσια για τα κίνητρά του ή για ενδεχόμενους συνεργούς

3' 13" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Στις 24 Νοεμβρίου 1963, δύο ημέρες μετά τη δολοφονία του προέδρου Τζον Φ. Κένεντι στο Ντάλας, η Αμερική παρακολούθησε ζωντανά έναν δεύτερο φόνο.

Ο Λι Χάρβεϊ Οσβαλντ, ο 24χρονος πρώην πεζοναύτης που είχε συλληφθεί ως ο δράστης της δολοφονικής επίθεσης εναντίον του προέδρου Κένεντι, οδηγείται από τα κρατητήρια του αστυνομικού τμήματος προς την κομητειακή φυλακή για περαιτέρω κράτηση. Στις 11:21 το πρωί, μέσα στο υπόγειο γκαράζ του τμήματος, την ώρα που δεκάδες δημοσιογράφοι, τηλεοπτικά συνεργεία και αστυνομικοί έχουν συγκεντρωθεί στον χώρο, ο Τζακ Ρούμπι, ιδιοκτήτης νυχτερινού κλαμπ και γνώριμος των Αρχών, ξεπροβάλλει από το πλήθος και πυροβολεί τον Οσβαλντ εξ επαφής με περίστροφο. Ο Οσβαλντ πέφτει στο έδαφος, ενώ οι αστυνομικοί ακινητοποιούν τον Ρούμπι, ξαφνιασμένοι και εκείνοι από την πρωτοφανή δημόσια εκτέλεση.

Η σκηνή μεταδίδεται ζωντανά από το NBC και άλλα αμερικανικά δίκτυα, σε μια εποχή όπου η τηλεόραση αρχίζει να εξελίσσεται σε κεντρικό μέσο πολιτικής ενημέρωσης. Εκατομμύρια Αμερικανοί, ακόμη σοκαρισμένοι από τον θάνατο του Κένεντι, βλέπουν στην οθόνη τους, σε πραγματικό χρόνο, τον φόνο του βασικού υπόπτου, πριν καν αυτός οδηγηθεί σε πλήρη ανάκριση ή δίκη. Για πολλούς, η στιγμή αυτή έμοιαζε σχεδόν με επιβεβαίωση ότι η Αμερική είχε εισέλθει σε μια νέα εποχή βίας και δυσπιστίας.

Το στιγμιότυπο απαθανατίζεται και φωτογραφικά από τον Ρόμπερτ Χ. Τζάκσον, φωτορεπόρτερ της Dallas Times Herald. Η φωτογραφία, τραβηγμένη το κλάσμα του δευτερολέπτου πριν ο Οσβαλντ σωριαστεί στο έδαφος, αποτυπώνει τον Ρούμπι να πυροβολεί από το πλάι, τους αστυνομικούς να αντιδρούν ενστικτωδώς και τον Οσβαλντ να συσπάται σε μια έκφραση που συνδυάζει αιφνιδιασμό και πόνο. Η εικόνα θα βραβευτεί με το βραβείο Πούλιτζερ Φωτογραφίας το 1964 και θα γίνει μία από τις πιο διάσημες φωτογραφίες όχι μόνο της δεκαετίας, αλλά και της πολιτικής εικονογραφίας του 20ού αιώνα.

Ο Οσβαλντ, άλλοτε πεζοναύτης, είχε αυτομολήσει στη Σοβιετική Ενωση το 1959, επιστρέφοντας στις ΗΠΑ λίγα χρόνια αργότερα με φιλοσοβιετικές και αντικαπιταλιστικές θέσεις, γεγονός που τον έθεσε στο περιθώριο τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά. Η δολοφονία του Κένεντι στις 22 Νοεμβρίου τον έφερε στο επίκεντρο μιας εθνικής τραγωδίας, ενώ ήδη από τη σύλληψή του αρνιόταν τις κατηγορίες, ισχυριζόμενος ότι ήταν «an innocent patsy» – ένας αποδιοπομπαίος τράγος. Ο θάνατός του, πριν καταθέσει επισήμως, στέρησε από τις Αρχές την ευκαιρία για πλήρη ανάκριση και από την κοινή γνώμη την πιθανότητα ο ίδιος να μιλήσει δημόσια για τα κίνητρά του ή για ενδεχόμενους συνεργούς.

Ο Τζακ Ρούμπι, ο δράστης της δεύτερης αυτής δολοφονίας, δήλωσε ότι ενήργησε παρορμητικά, από οργή για τη δολοφονία του Κένεντι και από την επιθυμία να προστατεύσει τη σύζυγο του προέδρου από τη «φρίκη μιας δίκης». Ωστόσο, η προσωπικότητά του, οι επαφές του με ανθρώπους του υποκόσμου και η προβληματική ψυχολογική του κατάσταση δημιούργησαν ένα σύννεφο μυστηρίου ήδη από την πρώτη στιγμή. Αν και καταδικάστηκε σε θάνατο το 1964, η απόφαση αναιρέθηκε και, πριν δικαστεί εκ νέου, πέθανε το 1967 στο νοσοκομείο των φυλακών, επιμένοντας μέχρι τέλους ότι υπήρξε μέρος ευρύτερης πλεκτάνης.

Ο φόνος του Οσβαλντ ενίσχυσε τις θεωρίες συνωμοσίας γύρω από τον θάνατο του Κένεντι. Η Επιτροπή Γουόρεν, η οποία συστάθηκε το 1963, κατέληξε ότι τόσο ο Οσβαλντ όσο και ο Ρούμπι ενήργησαν μόνοι τους. Ωστόσο, η κοινή γνώμη παρέμεινε βαθιά διχασμένη. Μεταγενέστερες έρευνες του Κογκρέσου, ιδίως η Επιτροπή της Βουλής για τις Δολοφονίες (House Select Committee on Assassinations) το 1979 άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο συνωμοσίας, συμπεραίνοντας ότι ο Κένεντι «πιθανότατα δολοφονήθηκε ως αποτέλεσμα συνωμοσίας», χωρίς όμως να καταλήξουν σε συγκεκριμένους εντολείς. Το γεγονός ότι ο βασικός ύποπτος εξοντώθηκε δημοσίως, χωρίς να προλάβει να δικαστεί ή να μιλήσει, παραμένει έως σήμερα από τα πιο κρίσιμα στοιχεία που τροφοδοτούν τη δυσπιστία απέναντι στα επίσημα πορίσματα.

Ετσι, η στιγμή της δολοφονίας του Οσβαλντ σηματοδότησε ταυτόχρονα απαρχή μιας νέας σχέσης ανάμεσα στην τηλεόραση και το πολιτικό τραύμα. Για πρώτη φορά η βία εναντίον κεντρικών προσώπων της πολιτικής εξουσίας έγινε ζωντανό, δημόσιο γεγονός, θεαματοποιημένο και άμεσο, χωρίς τη μεσολάβηση του λόγου ή της ανάλυσης. 

Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT