Ο Σαρλ ντε Γκολ γεννήθηκε στη Λιλ, στις 22 Νοεμβρίου 1890. Ηταν το τρίτο από τα πέντε παιδιά μιας οικογένειας δικηγόρων από το Παρίσι. Παρακολούθησε μαθήματα σε χριστιανικό σχολείο, ενώ με την ψήφιση νόμων που απαγόρευαν τις θρησκευτικές συναθροίσεις στη Γαλλία, ο νεαρός Σαρλ ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του στο Βέλγιο. Το 1908 εισήχθη στη Στρατιωτική Ακαδημία Σαν Κιρ, και τέσσερα χρόνια αργότερα, κατατάχθηκε στο 33ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον συνταγματάρχη Πετέν.
Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνελήφθη από τους Γερμανούς τον Μάρτιο του 1916. Υστερα από μια προσωρινή τοποθέτηση στον ανεξάρτητο πολωνικό στρατό, το 1919, επέστρεψε στη Γαλλία τρία χρόνια αργότερα, οπότε και έγινε δεκτός στη Σχολή Πολέμου. Οταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ήταν συνταγματάρχης, διοικητής του 507ου Συντάγματος Τεθωρακισμένων Αρμάτων, στο Μετς, ενώ στις 6 Ιουνίου 1940 διορίστηκε υφυπουργός Εθνικής Αμυνας και Πολέμου και έγινε υπεύθυνος του συντονισμού της στρατιωτικής δράσης της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου για τη συνέχιση του πολέμου.
Οταν πληροφορήθηκε το αίτημα για ανακωχή με την επιτιθέμενη Γερμανία, αναχώρησε αμέσως για το Λονδίνο για να συνεχίσει από εκεί τον πόλεμο. Εκεί, από το γαλλόφωνο πρόγραμμα του BBC, έκανε έκκληση σε όλους τους αξιωματικούς και στρατιώτες που βρίσκονταν σε βρετανικό έδαφος ή που μπορούσαν να φτάσουν εκεί να συνεχίσουν τον αγώνα. Στην ουσία επρόκειτο για την ιδρυτική πράξη των Ελεύθερων Γαλλικών Δυνάμεων, στις οποίες ήταν επικεφαλής.
Στα μέσα Ιουνίου του 1944 αποβιβάστηκε στη Νορμανδία, και στις 25 Αυγούστου εκφώνησε λόγο στο δημαρχείο του απελευθερωμένου πλέον Παρισιού. Δεκαπέντε μέρες αργότερα, συγκροτήθηκε προσωρινή κυβέρνηση με επικεφαλής τον ίδιο. Σε σχετικά σύντομο διάστημα όμως, τον Ιανουάριο του 1946, λόγω διαφωνιών με τη Συντακτική Συνέλευση, οδηγήθηκε σε παραίτηση. Επόμενη κίνησή του ήταν η ίδρυση του Rassemblement du Peuple Français (Συναγερμού του Γαλλικού Λαού), τον Απρίλιο του 1947.
Η επιστροφή του στην πολιτική ζωή θα συνδεόταν με το αλγερινό ζήτημα. Οταν το Μάιο του 1958 πραγματοποιήθηκε το πραξικόπημα του Αλγερίου, ο πρόεδρος Ρενέ Κοτί αποφάσισε να του απευθυνθεί. Ετσι, την 1η Ιουνίου, ο Ντε Γκολ έγινε ο τελευταίος πρόεδρος της Τέταρτης Δημοκρατίας με παραχώρηση εξουσιών για σύνταξη νέου Συντάγματος. Το νέο Σύνταγμα εγκρίθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου με ισχυρή πλειοψηφία.
Ως πρόεδρος, επιδίωξε να ενισχύσει τη χώρα του οικονομικά και στρατιωτικά. Ενέκρινε την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, απέσυρε τη Γαλλία από το ΝΑΤΟ και άσκησε βέτο στην είσοδο της Βρετανίας στην Κοινή Αγορά. Χορήγησε επίσης ανεξαρτησία στην Αλγερία, παρά την έντονη αντίθεση στο εσωτερικό και από τους Γάλλους αποίκους στην Αλγερία.
Το 1965, εξελέγη στον δεύτερο γύρο των εκλογών, επικρατώντας του Φρανσουά Μιτεράν. Ωστόσο, τον Μάιο του 1968, οι ιστορικές μαχητικές διαδηλώσεις των φοιτητών θα οδηγούσαν και σε μεγάλη γενική απεργία παραλύοντας τη χώρα. Στις 30 Μαΐου, ο Ντε Γκολ διέλυσε την Εθνοσυνέλευση και προχώρησε σε νέες εκλογές, στις οποίες εξασφάλισε ισχυρή πλειοψηφία. Τον Απρίλιο του 1969, πραγματοποιήθηκε δημοψήφισμα για τη μεταρρύθμιση της Γερουσίας, το οποίο όμως απορρίφθηκε από το 52,4% των ψηφοφόρων. Πιστός στην υπόσχεσή του να εγκαταλείψει την εξουσία σε περίπτωση αρνητικού γι’ αυτόν αποτελέσματος στο δημοψήφισμα, παραιτήθηκε.
Αποσύρθηκε στο Κολομπέ-λε-Ντεζ-Εγκλίζ, όπου αφιερώθηκε στη συγγραφή των απομνημονευμάτων του. Από τη ζωή έφυγε στις 9 Νοεμβρίου 1970. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε στην Παναγία των Παρισίων, και στη συνέχεια η σορός του μεταφέρθηκε στο Κοιμητήριο του Κολομπέ.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

