Σημαντικές αυξήσεις στις συντάξεις των στρατιωτικών και των προερχoμένων από τα Σώματα Ασφαλείας περιλαμβάνει το νέο σχέδιο νόμου που παρουσιάστηκε στο υπουργικό συμβούλιο από τον υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Θάνο Πετραλιά. Οι προτεινόμενες διατάξεις επιχειρούν να θεραπεύσουν κενά που έχουν ανακύψει τα τελευταία χρόνια, να εναρμονίσουν τις συντάξεις με τα νέα μισθολόγια και να επιλύσουν επιμέρους ζητήματα που αφορούν δικαιούχους ειδικών συντάξεων και εργαζομένους συνταξιούχους.
Κεντρικό άξονα των ρυθμίσεων αποτελεί ο ανακαθορισμός των συντάξιμων αποδοχών για τους ενστόλους, στρατιωτικούς και Σώματα Ασφαλείας, καθώς και για τους συνταξιούχους οι οποίοι δεν υπάγονται στον e-ΕΦΚΑ αλλά στην αρμοδιότητα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Σε αντίθεση με το γενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, όπου η σύνταξη υπολογίζεται με βάση τις εισφορές και τους μέσους μισθούς του ασφαλιστικού βίου, για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εξακολουθεί να ισχύει η αρχή της σύνδεσης της σύνταξης με τις αποδοχές των εν ενεργεία. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μεταβολή στο μισθολόγιο των εν ενεργεία στελεχών δημιουργεί αντίστοιχη υποχρέωση αναπροσαρμογής των συντάξεων.
Ωστόσο, παρά τη θέσπιση νέων ειδικών μισθολογίων το 2017, με τον ν. 4472/2017, και την απόπειρα προσαρμογής των συντάξεων με τον ν. 5045/2023, στην πράξη διαπιστώθηκαν σοβαρές δυσκολίες εφαρμογής. Ο λόγος ήταν ότι οι διατάξεις δεν κάλυπταν όλες τις ειδικές περιπτώσεις, ενώ η εισαγωγή για πρώτη φορά μισθολογικών κλιμακίων εντός του ίδιου βαθμού δημιούργησε πρόσθετη πολυπλοκότητα. Ως αποτέλεσμα, ο επανυπολογισμός των συντάξεων δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί με ενιαίο και σαφή τρόπο, αφήνοντας εκκρεμότητες για μεγάλο αριθμό συνταξιούχων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η ανάγκη νέας παρέμβασης έγινε ακόμη πιο επιτακτική μετά τη θέσπιση νέων μισθολογίων για τις Ενοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας, με ισχύ από την 1η Οκτωβρίου 2025. Οι μισθολογικές αυτές μεταβολές επηρεάζουν άμεσα τη βάση υπολογισμού των συντάξεων, χωρίς όμως να υπάρχει μέχρι σήμερα το απαιτούμενο νομικό πλαίσιο για την αυτόματη ενσωμάτωσή τους. Με τις νέες διατάξεις, θεσπίζεται ρητά ο τρόπος ανακαθορισμού των συντάξιμων αποδοχών τόσο για την περίοδο από το 2017 όσο και από το 2025 και εφεξής, προκειμένου να διασφαλιστεί η αντιστοίχιση συντάξεων και μισθών, σύμφωνα με το ισχύον ειδικό καθεστώς. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι εκτός από αυξήσεις στις συντάξεις των ενστόλων, θα δοθούν και αναδρομικά ποσά στους δικαιούχους.
Η ρύθμιση αποκαθιστά στρεβλώσεις που δημιουργήθηκαν μετά τις αλλαγές στα ειδικά μισθολόγια.
Για τον λόγο αυτό άλλωστε, όπως επισημάνθηκε χθες και στο υπουργικό, η παρέμβαση αυτή έχει και δημοσιονομικό αποτύπωμα. Εκτιμάται πως θα προκαλέσει πρόσθετη ετήσια δαπάνη περίπου 7,78 εκατ. ευρώ, ενώ προβλέπεται και εφάπαξ επιβάρυνση περίπου 1,95 εκατ. ευρώ για το τελευταίο τρίμηνο του 2025. Το κόστος θα καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό και εντάσσεται στον σχεδιασμό του πολυετούς δημοσιονομικού προγραμματισμού.
Πέραν του βασικού αυτού άξονα, το σχέδιο νόμου περιλαμβάνει και στοχευμένες διατάξεις κοινωνικού χαρακτήρα. Μεταξύ αυτών, επεκτείνεται το πεδίο των δικαιούχων της ειδικής σύνταξης που έχει θεσπιστεί για τους συγγενείς θυμάτων του δυστυχήματος των Τεμπών, ώστε να περιλαμβάνει και τις περιπτώσεις διαζευγμένων ή χήρων και άτεκνων αποβιωσάντων, οι οποίοι μέχρι σήμερα εξαιρούνταν.
Παράλληλα, ρυθμίζεται το καθεστώς καταβολής σύνταξης στα τέκνα συνταξιούχων που δεν υπάγονται στον e-ΕΦΚΑ. Εως σήμερα, δεν υπήρχε σαφής πρόβλεψη για το όριο ηλικίας μέχρι το οποίο τα τέκνα αυτά δικαιούνται σύνταξη, σε αντίθεση με όσα ισχύουν στο γενικό ασφαλιστικό σύστημα. Με τη νέα διάταξη, το όριο αυτό αυξάνεται και εναρμονίζεται με το αντίστοιχο του e-ΕΦΚΑ, διασφαλίζοντας ίση μεταχείριση μεταξύ των δικαιούχων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ρύθμιση που αφορά δημοσίους υπαλλήλους οι οποίοι, αν και μονιμοποιήθηκαν, διατήρησαν το ασφαλιστικό καθεστώς του πρώην ΙΚΑ. Με την τροποποίηση του άρθρου 64 του ν. 5113/2024, οι εργαζόμενοι αυτοί εντάσσονται πλέον ρητά στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων για τη μισθολογική κατάταξη των συνταξιούχων που συνεχίζουν να εργάζονται έως τη λύση της υπαλληλικής σχέσης. Η ρύθμιση έχει αναδρομική ισχύ από τις 24 Ιουνίου 2023 και αντιμετωπίζει περιπτώσεις άνισης μεταχείρισης που είχαν προκύψει.

