Σε νέα φάση εισέρχεται η πολιτική για τις συντάξεις, καθώς, όπως πλέον φαίνεται και από το πληροφοριακό σύστημα «Ηλιος», οι αυξήσεις που εφαρμόστηκαν από τον Ιανουάριο επιχειρούν να αποκαταστήσουν απώλειες και παράλληλα, σταδιακά, εξαλείφουν στρεβλώσεις που υπήρξαν λόγω της προσωπικής διαφοράς.
Στην πράξη, οι επίμονες ανισότητες μεταξύ παλαιών και νέων συνταξιούχων περιορίζονται, με το πραγματικό αποτύπωμα να αναμένεται να φανεί σε ένα χρόνο, καθώς θα ολοκληρωθεί η ενσωμάτωση των αλλαγών στο σύνολο των δικαιούχων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μέση κύρια σύνταξη ανήλθε στα 865,58 ευρώ τον Ιανουάριο, αυξημένη κατά περίπου 20 ευρώ σε σχέση με τα 847,55 ευρώ του Δεκεμβρίου του 2025, ενσωματώνοντας την ετήσια αναπροσαρμογή του 2,4% ακόμη και σε όσους διατηρούσαν προσωπική διαφορά (και έλαβαν τη μισή αύξηση).
Αναλυτικά, ο Ιανουάριος του 2026 καταγράφεται ως ο πρώτος μήνας αυτής της αλλαγής και τα στοιχεία της μηνιαίας έκθεσης «Ηλιος» του υπουργείου Εργασίας αποτυπώνουν ήδη τις πρώτες επιπτώσεις στο ύψος των καταβαλλόμενων ποσών, αλλά και τις έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Συνολικά οι συνταξιούχοι της χώρας ανέρχονται σε 2.529.695 και το συνολικό μηνιαίο εισόδημα από συντάξεις διαμορφώνεται στα 2,78 δισ. ευρώ. Το μέσο εισόδημα από κύριες, επικουρικές και λοιπές παροχές φθάνει τα 1.038,10 ευρώ. Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά όταν εξεταστούν μόνο οι κύριες συντάξεις, όπου ενσωματώνονται και οι αυξήσεις. Τον Ιανουάριο πληρώθηκαν 2.899.085 κύριες συντάξεις, με συνολική δαπάνη 2,51 δισ. ευρώ και μέση δαπάνη ανά κύρια σύνταξη 865,58 ευρώ. Στις συντάξεις γήρατος –που αποτελούν τη μεγάλη μάζα– η μέση δαπάνη ανέρχεται στα 976,84 ευρώ, ενώ περίπου το 57,3% αυτών δεν υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ. Η αύξηση σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025 είναι εμφανής: το μέσο εισόδημα στις συντάξεις γήρατος διαμορφώθηκε στα 1.212,07 ευρώ (προ φόρου, με υγειονομική κράτηση), από 1.189,25 ευρώ τον προηγούμενο μήνα. Η διαστρωμάτωση των συντάξεων δείχνει ότι η πλειονότητα εξακολουθεί να κινείται στο εύρος 500-1.000 ευρώ, γεγονός που περιορίζει την πραγματική αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων.
Οι διαφορές μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα παραμένουν έντονες. Στα στοιχεία των νέων οριστικών αποφάσεων, η μέση δαπάνη κύριας σύνταξης για συνταξιούχους του Δημοσίου φθάνει τα 1.468,44 ευρώ, όταν για τον ΕΦΚΑ –που καλύπτει κατά βάση τον ιδιωτικό τομέα– η αντίστοιχη μέση δαπάνη διαμορφώνεται στα 789,88 ευρώ. Το χάσμα αποτυπώνει τόσο τις μισθολογικές διαφορές όσο, κυρίως, τα περισσότερα έτη ασφάλισης που προσφέρει η μονιμότητα στο Δημόσιο.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, η μεγαλύτερη συγκέντρωση συντάξεων καταγράφεται στην Αττική με 1.743.216 καταβολές και ακολουθεί η Κεντρική Μακεδονία με 758.865. Το ποσοστό της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως προς το περιφερειακό ΑΕΠ παραμένει υψηλότερο στην Ηπειρο (26,6%) και στη Θεσσαλία (24,2%), στοιχείο που αναδεικνύει τον βαρύ ρόλο των συντάξεων στη στήριξη των τοπικών οικονομιών.

