Ξεκάθαρο πλαίσιο για το ποιοι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται και μετά τη συνταξιοδότησή τους θέτει εγκύκλιος του e-ΕΦΚΑ, βάζοντας τέλος σε χρόνια ασάφεια που ταλαιπωρούσε υπηρεσίες και εργαζομένους. Κρίσιμο ρόλο παίζει τόσο το είδος της υπαλληλικής σχέσης όσο και το ασφαλιστικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται κάθε κατηγορία. Συνολικά, η εγκύκλιος του ΕΦΚΑ επιχειρεί να βάλει τάξη σε ένα σύνθετο τοπίο, ξεκαθαρίζοντας ότι η δυνατότητα παραμονής στην εργασία μετά τη συνταξιοδότηση δεν είναι οριζόντια, αλλά εξαρτάται από συγκεκριμένα κριτήρια.
Σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, δεν έχουν δυνατότητα παραμονής στην υπηρεσία μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης οι μόνιμοι υπάλληλοι που είναι ασφαλισμένοι στο πρώην Δημόσιο (νυν ΕΦΚΑ). Για την κατηγορία αυτή η απομάκρυνση από την υπηρεσία αποτελεί ρητή προϋπόθεση τόσο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για την έναρξη καταβολής της σύνταξης.
Το ίδιο ισχύει και για τους μόνιμους υπαλλήλους ασφαλισμένους στο πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με ειδικό καθεστώς, καθώς συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του Π.Δ. 169/2007, όπως και οι ασφαλισμένοι του πρώην Δημοσίου. Και σε αυτή την περίπτωση η λύση της υπαλληλικής σχέσης είναι απαραίτητη για τη συνταξιοδότηση.
Στον αντίποδα, δυνατότητα παραμονής στην υπηρεσία μετά την αίτηση συνταξιοδότησης έχουν τέσσερις βασικές κατηγορίες υπαλλήλων. Οι υπάλληλοι Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου (ΙΔΑΧ), αλλά και οι μόνιμοι υπάλληλοι που είναι ασφαλισμένοι στο πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με κοινό καθεστώς. Γι’ αυτούς, η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως την 1η ημέρα του επόμενου μήνα από την έκδοση της συνταξιοδοτικής απόφασης, γεγονός που τους επιτρέπει να παραμένουν κανονικά στην εργασία τους στο μεταβατικό διάστημα.
Οι υπάλληλοι Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), οι οποίοι διέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του φορέα τους και την εργατική νομοθεσία. Η παραμονή τους στην εργασία μετά την έκδοση της συνταξιοδοτικής απόφασης δεν αποτελεί κώλυμα για την έναρξη καταβολής της σύνταξης.
Δυνατότητα παραμονής μετά την αίτηση συνταξιοδότησης έχουν τέσσερις βασικές κατηγορίες υπαλλήλων.
Οι υπάλληλοι Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου (ΙΔΟΧ) που υπηρετούν στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Για την κατηγορία αυτή δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη στη συνταξιοδοτική νομοθεσία σχετικά με το αν μπορούν ή όχι να παραμείνουν στην υπηρεσία μετά τη συνταξιοδότηση. Ωστόσο, η παραμονή τους δεν εμποδίζει την καταβολή της σύνταξης και το ζήτημα ρυθμίζεται εκτός του ασφαλιστικού πλαισίου.
Τι ισχύει για αναπηρικές συντάξεις, μισθοδοσία και απασχόληση συνταξιούχων:
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι διευκρινίσεις του ΕΦΚΑ για τις περιπτώσεις συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας, όπου η αντιμετώπιση διαφοροποιείται ανάλογα με την υπαλληλική σχέση. Οι μόνιμοι υπάλληλοι ασφαλισμένοι στο πρώην Δημόσιο ή στο ειδικό καθεστώς του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δεν μπορούν να παραμείνουν στην υπηρεσία μετά τη συνταξιοδότηση λόγω ανικανότητας, καθώς απαιτείται απόλυση με βάση τον Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων ή τις σχετικές διατάξεις.
Αντιθέτως, για τους μονίμους υπαλλήλους ασφαλισμένους στο κοινό καθεστώς ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, η προσωρινή σύνταξη αναπηρίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως λύση της υπαλληλικής σχέσης. Εφαρμόζονται οι διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα περί αναρρωτικών αδειών και διαθεσιμότητας, με δυνατότητα επαναφοράς στην υπηρεσία.
Για τους υπαλλήλους ΙΔΑΧ που λαμβάνουν προσωρινή σύνταξη αναπηρίας προβλέπεται ότι τίθενται σε αναρρωτική άδεια χωρίς αποδοχές για όσο διάστημα διαρκεί η αναπηρική σύνταξη. Η διακοπή της μισθοδοσίας δεν αποτελεί απόφαση του ΕΦΚΑ αλλά απορρέει από το ειδικό νομοθετικό καθεστώς που διέπει το προσωπικό αυτό.
Παράλληλα, το νέο πλαίσιο για την απασχόληση συνταξιούχων επιτρέπει στους συνταξιούχους να εργάζονται λαμβάνοντας ακέραια τη σύνταξή τους, με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και ειδικού πόρου υπέρ ΕΦΚΑ. Εξαίρεση προβλέπεται για όσους απασχολούνται σε φορείς της γενικής κυβέρνησης πριν από τη συμπλήρωση του 62ου έτους, καθώς σε αυτές τις περιπτώσεις η σύνταξη αναστέλλεται προσωρινά.

