Αναποτελεσματικές φαίνεται πως είναι οι απαγορεύσεις λειτουργίας νέων καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης όσον αφορά τη συγκράτηση των τιμών των κατοικιών. Μάλιστα, όπως δείχνει και η περίπτωση της Λισσαβώνας στην Πορτογαλία, αρχίζουν και διαφοροποιούνται τα μέτρα πολιτικής, καθώς απαιτείται διαφορετική προσέγγιση. Στο τέλος του 2025 η πόλη της Λισσαβώνας προχώρησε στην κατάργηση της απαγόρευσης λειτουργίας νέων καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης στο κέντρο της πόλης, μέτρο που είχε τεθεί σε ισχύ το 2019, καθώς, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε καμία απολύτως επίδραση στην πορεία των τιμών.
Πρόκειται για την πρώτη περίπτωση πόλης στην Ευρώπη που προχωράει σε μια τέτοια κίνηση, καθώς η απαγόρευση λειτουργίας νέων καταλυμάτων φαίνεται πως δεν είναι η λύση στο πρόβλημα. Μάλιστα, συνολικά η Πορτογαλία φαίνεται να αντιμετωπίζει όλο και εντονότερο πρόβλημα στέγασης, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι τιμές πώλησης κατοικιών αυξήθηκαν κατά 23,35% το 2025, αναδεικνύοντας τη χώρα της Ιβηρικής Χερσονήσου σε «πρωταθλήτρια» στην Ε.Ε. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Λισσαβώνα η μέση τιμή πώλησης αυξήθηκε σε 5.300 ευρώ/τ.μ. πέρυσι (10% μόνο κατά το τρίτο τρίμηνο του 2025), ενώ σύμφωνα με σχετική έκθεση της ίδιας της Airbnb, μόλις το 2% των πωλούμενων κατοικιών στην πόλη κοστίζει λιγότερο από 200.000 ευρώ, περιορίζοντας σημαντικά την προσιτότητα στο εγχώριο αγοραστικό κοινό.
Επιπλέον, όπως τονίζεται, από το 2022 έως και το 2024 η μέση τιμή ανά δωμάτιο ξενοδοχείου σημείωσε αύξηση κατά 25%, από τα 62 ευρώ/διανυκτέρευση στα 77,7 ευρώ.
Σύμφωνα με εκπροσώπους της δημοτικής αρχής της Λισσαβώνας, η κατάργηση της απαγόρευσης λειτουργίας νέων καταλυμάτων δεν εκλαμβάνεται ως αποδοχή της αποτυχίας του μέτρου, αλλά ως μια προσαρμογή του προκειμένου να είναι πιο ισορροπημένοι και αποτελεσματικοί οι περιορισμοί που εφαρμόζονται. Στο πλαίσιο αυτό, έχει επεκταθεί πλέον στο σύνολο της πόλης η υποχρέωση αδειοδότησης των καταλυμάτων, κάτι που μέχρι σήμερα ίσχυε μόνο για το κέντρο της Λισσαβώνας.
Ανεξάρτητα πάντως από αυτό, είναι προφανές ότι η κατάργηση της απαγόρευσης συνιστά μια –έστω έμμεση– παραδοχή ότι δεν κατόρθωσε να «αναχαιτίσει» τις αυξήσεις των τιμών πώλησης, που έχουν συνεχίσει να αυξάνονται εκθετικά, δείγμα ότι ο βασικότερος λόγος δεν είναι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, αλλά η μεγάλη έλλειψη κατοικιών.
Οι τιμές κατοικιών στην Πορτογαλία αυξήθηκαν κατά 23,35% το 2025 – Στη Λισσαβώνα η μέση τιμή πώλησης ανήλθε σε 5.300 ευρώ/τ.μ.
Υπενθυμίζεται ότι η Πορτογαλία έχει επίσης καταργήσει τη σύνδεση του προγράμματος «χρυσή βίζα» με την αγορά κατοικίας, σε μια προσπάθεια να ανακατευθύνει και τους ξένους επενδυτές προς άλλες κατηγορίες επενδύσεων, ώστε να αποφεύγονται κερδοσκοπικές κινήσεις στα ακίνητα. Ούτε αυτό όμως αποδίδει, κρίνοντας από την τεράστια αύξηση των τιμών πώλησης το 2025.
Στην Ελλάδα, όπου παρατηρούνται αντίστοιχοι προβληματισμοί και δυσκολία πρόσβασης του εγχώριου πληθυσμού στην αγορά κατοικίας, όπως βέβαια και έλλειμμα προσφοράς κατοικιών, έχει εφαρμοστεί επίσης απαγόρευση λειτουργίας νέων καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης από τις αρχές του 2025. Η απαγόρευση αυτή επεκτάθηκε και φέτος και αφορά τα τρία πρώτα δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου Αθηναίων, καλύπτοντας ουσιαστικά όλες τις δημοφιλείς συνοικίες για βραχυχρόνιες μισθώσεις, από το εμπορικό τρίγωνο μέχρι το Παγκράτι και τον Νέο Κόσμο.
Ωστόσο, το 2025 η μέση ζητούμενη τιμή στον Δήμο Αθηναίων κατέγραψε ετήσια αύξηση κατά 11,6%, σε 2.400 ευρώ/τ.μ., ξεπερνώντας κάθε άλλη περιοχή στην Αττική. Επίσης, ειδικά όσον αφορά τις περιοχές γύρω από την πλατεία Ομόνοιας και το Σύνταγμα, δηλαδή εκεί ακριβώς που εφαρμόστηκε η απαγόρευση νέων καταλυμάτων, η αύξηση το 2025 έφτασε το 22,8%.
Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, η εξέλιξη αυτή οφείλεται στη σταθερά υψηλή ζήτηση σε σχέση με την προσφορά κατοικιών, ειδικά στις περιοχές όπου υπάρχει μεγαλύτερο απόθεμα πιο προσιτών κατοικιών, σε σχέση π.χ. με τα βόρεια ή τα νότια προάστια. Ενας ακόμα σημαντικός παράγοντας που έδωσε σημαντική ώθηση στην πορεία των τιμών των κατοικιών το 2025 είναι και το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», το οποίο προκάλεσε απότομη αύξηση της ζήτησης, ειδικά σε περιοχές όπως το κέντρο της Αθήνας (αλλά και τα δυτικά προάστια), δηλαδή όπου υπάρχει υψηλή συγκέντρωση κατοικιών που μπορούν να αποκτηθούν μέσω του προγράμματος, μέγιστης αξίας έως 250.000 ευρώ και με ημερομηνία έκδοσης της οικοδομικής άδειας έως την 31η Δεκεμβρίου του 2005.
Σε όλη την Ευρώπη
Εν τω μεταξύ, ανεπιτυχείς όσον αφορά τη συγκράτηση των τιμών των κατοικιών έχουν αποδειχθεί οι περιορισμοί των βραχυχρόνιων μισθώσεων και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης. Στη Βαρκελώνη, όπου έχουν υιοθετηθεί σημαντικά μέτρα επί σχεδόν μία δεκαετία, οι τιμές πώλησης έχουν αυξηθεί κατά 60% και οι τιμές ενοικίασης κατά 70%. Το 2019 το Αμστερνταμ μείωσε τον μέγιστο χρόνο βραχυχρόνιας μίσθωσης σε μόλις 30 διανυκτερεύσεις τον χρόνο, με αποτέλεσμα μέχρι το 2024 τα καταλύματα να έχουν μειωθεί κατά 54%. Παρ’ όλα αυτά, τα ενοίκια των κατοικιών στην πόλη αυξήθηκαν κατά πάνω από 33% την ίδια περίοδο, έναντι αύξησης κατά 13% στο σύνολο της Ολλανδίας. Αντιστοίχως στο Εδιμβούργο επίσης υιοθετήθηκαν αυστηροί περιορισμοί που ναι μεν μείωσαν κατά 22% τον αριθμό των καταλυμάτων, αλλά τελικά οι τιμές των ξενοδοχείων εκτινάχθηκαν σε ιστορικά υψηλό επίπεδο, ενώ τα ενοίκια αυξήθηκαν με διπλάσιο ρυθμό σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα. Ετσι, οι Αρχές αποφάσισαν να χαλαρώσουν κι εκεί τους περιορισμούς στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, καθώς δεν είχαν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα.

