«Μιζέρια». Τη λέξη αυτή χρησιμοποίησαν διακεκριμένα στελέχη του κλάδου των σούπερ μάρκετ για να χαρακτηρίσουν την πορεία των πωλήσεων των λιανεμπορικών επιχειρήσεων στο πρώτο εξάμηνο της φετινής χρονιάς. Μπορεί οι πτωτικές τάσεις να απουσιάζουν, πλην όμως ο ρυθμός ανάπτυξης που σημειώνεται δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται ούτε στις επιθυμίες ούτε στις «συντηρητικές» προσδοκίες που είχαν για φέτος. Αλλωστε δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι και τη χρονιά αυτή, οι συζητήσεις μεταξύ λιανεμπόρων και βιομηχάνων για τις ετήσιες συμφωνίες διεξήχθησαν σε ήπιο κλίμα. Τόσο οι μεν όσο και οι δε, εισπράττοντας τα «άτονα» μηνύματα της αγοράς, αφήνουν στην άκρη τις αντιπαλότητες του παρελθόντος και επιλέγουν τη συνεργασία που πια προβάλλει μάλλον ως μονόδρομος.
Οι «ευθύνες» για την ατονία της αγοράς που δεν φαίνεται να αγγίζει μόνο τα σούπερ μάρκετ, εντοπίζονται κατ’ αρχήν σε δύο παράγοντες. Στο αρνητικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί από την απαξιωτική πορεία του ΧΑΑ αλλά και στις νέες ανάγκες που έχει δημιουργήσει ο καταναλωτής (κινητά, καταναλωτικά δάνεια κ.ά.). Ο τρίτος παράγοντας έχει να κάνει με τις νέες δυνάμεις που αναδεικνύονται στον κλάδο των σούπερ μάρκετ και έχουν αρχίσει να «κλέβουν» μερίδια αγοράς. Πρόκειται για τις αλυσίδες discount που στηρίζονται στην πώληση προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, η τιμή των οποίων μπορεί να είναι έως και 40% φθηνότερη έναντι επωνύμων προϊόντων. Οταν πρωτοεμφανίσθηκαν οι αλυσίδες αυτές, οι περισσότεροι δεν πίστευαν ότι θα μπορούσαν να γίνουν κάποια στιγμή υπολογίσιμη δύναμη. Τώρα όμως αντιμετωπίζουν εντελώς διαφορετικά το θέμα. Σήμερα οι συνολικές πωλήσεις των αλυσίδων αυτών (Dia Hellas, Lidl, Bazaar) υπολογίζεται ότι ξεπερνούν τα 100 δισ. δρχ.
Και λέμε υπολογίζεται, διότι κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια τον τζίρο που πραγματοποιεί η «μυστικοπαθής» Lidl, η οποία ως ετερρόρυθμη εταιρεία δεν υποχρεούται να δημοσιεύσει ισολογισμό. «Η γερμανική Lidl αποτελεί τον άγνωστο Χ της ελληνικής αγοράς. Ελλείψει στοιχείων για τη μέχρι τώρα πορεία και στρατηγική της, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εκτιμήσει κανείς τη δυναμική που μπορεί να αναπτύξει», έλεγε χαρακτηριστικά στέλεχος σούπερ μάρκετ.
Οι φήμες περί εισόδου της στην ελληνική αγορά επιβεβαιώθηκαν από… αγγελία σε γερμανική εφημερίδα με την οποία η εταιρεία ζητούσε οικονομικό διευθυντή. Από την άνοιξη του 1999, οπότε και άνοιξε το πρώτο κατάστημά της στη Θεσσαλονίκη, μέχρι σήμερα τόσο η διοίκηση όσο και τα στελέχη της εταιρείας τηρούν σιγήν ιχθύος σε ό,τι αφορά την πορεία των εργασιών της εταιρείας και δεν διοχετεύουν επίσημα ή ανεπίσημα κανένα στοιχείο για την πορεία της δραστηριότητάς της. Το «μικρός είναι ο κόσμος και όλα μαθαίνονται» δεν ισχύει στην περίπτωσή της…
Διαθέτει περισσότερα από 40 καταστήματα, επιφάνειας 800-1.000 τ.μ. εκ των οποίων τα περισσότερα είναι ιδιόκτητα και στο καθένα απασχολούνται 5-6 άτομα προσωπικό. Ολα τα προϊόντα που πωλεί, εκτός ελαχίστων ελληνικών, είναι γερμανικά και τα εισάγει η ίδια. Σε ό,τι αφορα τον τζίρο της λέγεται ότι πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 40-60 δισ. δρχ. Και αυτά είναι όλα…
Η έτερη αλυσίδα discount, DIA Hellas, ξεπερνά πλέον τα 200 καταστήματα και ο τζίρος της το 2000 βελτιώθηκε κατα 36,8% φθάνοντας τα 49,8 δισ. δρχ. Ο τζίρος της Bazaar Α.Ε. ανήλθε σε 15,27 δισ. δρχ. αυξημένος κατά 9,33% σε σχέση με το 1999.
Εν τω μεταξύ πέρυσι οι συνολικές πωλήσεις των οκτώ μεγαλυτέρων εταιρειών σούπερ μάρκετ ανήλθαν σε 1,2 τρισ. δρχ. περίπου. Ειδικότερα στον πρώτο ενοποιημένο ισολογισμό της Carrefour-Μαρινόπουλος καταγράφονται πωλήσεις ύψους 198,7 δισ. δρχ. Η ενοποίηση δεν περιλαμβάνει την Dia Hellas, που επίσης ανήκει στον όμιλο.
Οι πωλήσεις της Ι.&Σ. Σκλαβενίτης ανήλθαν σε 201,3 δισ. δρχ. (+11,85%) και τα κέρδη της σε 4,2 δισ. δρχ. (+40,5%). Η Αλφα Βήτα Βασιλόπουλος επέτυχε κύκλο εργασιών 170,2 δισ. δρχ. (14,4%) και καθαρά κέρδη 3,23 δισ. δρχ. (+57,6%) ενώ η εταιρεία Τροφό, που πέρυσι εξαγόρασε, είχε πωλήσεις 56 δισ. δρχ. (-1,69%). Ο τζίρος της Αφοί Βερόπουλοι Α.Ε. ανήλθε σε 124,13 δισ. δρχ. (+1,79%) και τα καθαρά της κέρδη σε 410,7 εκατ. δρχ. (+1,92%). Στον όμιλο Αφοί Βερόπουλοι ανήκει η Χαλκιαδάκης -που πέρυσι είχε τζίρο 22,3 δισ. δρχ. (+6,58%) και καθαρά κέρδη 217,6 εκατ. δρχ. (-66,6%) -ενώ πρόσφατα εντάχθηκε η Πανεμπορική, της οποίας ο τζίρος ανήλθε σε 26,1 δισ. δρχ. (-3,85%) και κέρδη 103,6 εκατ. δρχ. (+66,8%).
Η ΜΕΤΡΟ το 2000 είχε τζίρο 91,65 δισ. δρχ. (+14,8%) και κέρδη 1,42 δισ. δρχ. (+4,28%). Ο κύκλος εργασιών της Ατλάντικ έφθασε τα 80,08 δισ. δρχ. (+0,09%) και τα κέρδη σε 1,8 δισ.δρχ. (+117,6%). Η εταιρεία είναι σε διαδικασία συγχώνευσης δι’ απορροφήσεως της Γαληνός Λαουτάρης που πέρυσι είχε τζίρο 32,3 δισ. δρχ. (+22,5%) και κέρδη 110,2 εκατ. δρχ. (-71,7%).
Στα 72,4 δισ.δρχ. (+12,54%) ανήλθε ο τζίρος της Μασούτης με τα κέρδη να διαμορφώνονται στα 1,15 δισ. δρχ (-35,21%). Στα επίπεδα των 64,7 δισ. δρχ. (+15%) έφθασαν οι πωλήσεις της Πέντε Α.Ε. τα κέρδη της οποίας έφθασαν στα 2,8 δισ. (+65,7%). Η θυγατρική της ΑΡΓΩ είχε πωλήσεις 9,2 δισ. δρχ.(12,1%) και κέρδη 431 εκατ. δρχ. (+52,8%).
Επιπρόσθετα, οι μετοχές μιας εισηγμένης στο χρηματιστήριο εταιρείας είναι πιθανό να δικαιολογείται να διαπραγματεύονται σε τιμή χαμηλότερη της λογιστικής τους αξίας ακόμα και στην περίπτωση που τυχαίνει η λογιστική αξία της να μην διαφέρει σημαντικά από την αξία ρευστοποίησης της. Σε μία τέτοια περίπτωση (δηλ. στην περίπτωση που η λογιστική αξία αποτυπώνει σχετικά αξιόπιστα την αξία ρευστοποίησης της επιχείρησης), μία επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα είναι κερδοφόρος και προβλέπεται ότι θα διατηρηθεί κερδοφόρος και στο μέλλον θα πρέπει να αποτιμάται από την αγορά με αξία υψηλότερη από τη λογιστική της (λογιστική αξία + κάποιο premium). Αντίστοιχα, μια επιχείρηση για την οποία η αγορά διαβλέπει ότι η δραστηριότητά της θα είναι ζημιογόνος, στη διάρκεια της επόμενης ή των επομένων χρήσεων, δεν είναι καθόλου παράλογο να αποτιμάται σε επίπεδα χαμηλότερα από τη λογιστική της αξία (λογιστική αξία – discount) καθώς ούτως ή άλλως οι μελλοντικές ζημιές θα επιδράσουν μειωτικά στην λογιστική αξία της επιχείρησης.

