Χρειάστηκαν 13 ολόκληρα χρόνια προκειμένου το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα να επανέλθει στα επίπεδα του 2009 και παρά την ανάκτηση των μεγάλων απωλειών της κρίσης, η χώρα απέχει ακόμη από την ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη. Αυτό προκύπτει από μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ), η οποία παρακολουθεί την εξέλιξη του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος από το 2009 έως το 2025 και τοποθετεί την Ελλάδα στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Η περίοδος αυτή χωρίζεται σε τρία στάδια.
Πρώτον, μεταξύ 2009 και 2012, οπότε σημειώθηκε η εντονότερη επιδείνωση, το ελληνικό εισόδημα συρρικνώθηκε κατά 19,5%, ενώ στην Ε.Ε. αυξήθηκε κατά 7,4%.
Δεύτερον, μεταξύ 2013 και 2018 η Ελλάδα αναπτύχθηκε με 9% έναντι 17% στην Ε.Ε., διευρύνοντας περαιτέρω το χάσμα.
Τρίτον, την περίοδο 2019 έως 2025, οπότε παρά το πισωγύρισμα της πανδημίας, η Ελλάδα αύξησε το εισόδημά της κατά 37% έναντι 32% στην Ε.Ε.
Η ώθηση της τελευταίας περιόδου, την οποία το ΚΕΦίΜ συνδέει εν μέρει με τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, δεν ήταν αρκετή για να φέρει τη χώρα πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Ελλάδα, αν και το 2022 «έπιασε» τα επίπεδα του 2009, παραμένει στην προτελευταία θέση ως προς το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS). Ειδικότερα, τα εισοδήματα στην Ελλάδα αντιστοιχούν περίπου στα δύο τρίτα του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Συγκριτικά με άλλες χώρες, η Ελλάδα βρίσκεται οριακά πάνω από τη Βουλγαρία, η οποία στην εξεταζόμενη περίοδο έχει αναπτυχθεί με σταθερά ταχύτερο ρυθμό. Εκτός αυτού, η Ελλάδα είχε τη μεγαλύτερη αρχική επιδείνωση σε σχέση με άλλες οικονομίες της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους – Ισπανία, Ιταλία, Κύπρος και Πορτογαλία–, αλλά και την πιο βραδεία διαδικασία σύγκλισης.
Σύμφωνα πάντοτε με το ΚΕΦίΜ, η επίμονη αυτή υστέρηση συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας και ιδίως με το έλλειμμα παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας την περίοδο της κρίσης. Ο ρυθμός αύξησης των τελευταίων ετών είναι μεν ενθαρρυντικός, αλλά για να μειωθεί ουσιαστικά η απόστασή της από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η Ελλάδα χρειάζεται συνεπή και μακροχρόνια ανάπτυξη με ρυθμούς υψηλότερους από εκείνους της Ε.Ε.

