Να ξεκινήσουμε με μια γενική παραδοχή. Το αρνί και το κατσίκι δεν είναι δυνατόν να πωλούνται στην ίδια τιμή με πέρυσι, όπως προσπαθούν να ισχυριστούν «συναρμόδιοι» υπουργοί. Είναι ακριβότερα. Το βλέπουμε με τα μάτια μας. Κατ’ ελάχιστον, σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, οι τιμές έχουν αυξηθεί σε ετήσια βάση έως και τον Φεβρουάριο κατά 12%. Και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει, τουλάχιστον άμεσα. Εκτός και αν πιστεύει κανείς ότι με την αυξημένη ζήτηση λόγω Πάσχα, με τις ζωονόσους που έχουν αφανίσει ολόκληρα κοπάδια και τις εποχικές πωλήσεις στην Ιταλία για το Πάσχα των Καθολικών, η τιμή τους θα πέσει. Σίγουρα τις τιμές τους δεν τις επιβάρυνε το αυξημένο κόστος των μεταφορικών λόγω πολέμου. Εχουμε ακόμα δρόμο για αυτό. Επίσης είναι σαφές ότι η διεθνής αύξηση της τιμής του κρέατος, κυρίως του μοσχαρίσιου (+25% σε ετήσια βάση), έχει ανοίξει την όρεξη για αυξημένα κέρδη σε όλα τα στάδια της εμπορίας. Δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που συμβαίνει. Καιρός είναι όμως να ελεγχθεί, όπως και συμβαίνει, από τη νέα ανεξάρτητη αρχή ελέγχου της αγοράς.
Το άλλο κομμάτι της αγοράς που επίσης βρίσκεται στο επίκεντρο –συντηρούσε και πριν από τον πόλεμο το αίσθημα της ακρίβειας στην αγορά– είναι αυτό των οπωροκηπευτικών. Σε ετήσια βάση οι τιμές τους αυξάνονται πάνω από 10%. Σε αυτά τα προϊόντα δεν έχουμε ούτε μεγάλες καταστροφές λόγω κλιματικής αλλαγής ούτε έχει εκδηλωθεί ζήτηση πάνω από το κανονικό. Για προφανείς λόγους και παρά τις σαθρές δικαιολογίες, είναι ξεκάθαρο ότι έχει δημιουργηθεί πρόβλημα στην πλευρά της προσφοράς. Το τελευταίο επιχείρημα που ακούσαμε από την Κεντρική Λαχαναγορά είναι ότι έρχονται μειωμένες ποσότητες από την Κρήτη. Μόνο που αυτό συμβαίνει κάθε χρόνο αυτή την περίοδο και δεν εξηγεί γιατί οι τιμές αυξάνονταν και τους προηγούμενους μήνες.
Το άλλο επιχείρημα, ότι φεύγει το προϊόν με αυξημένες τιμές από το χωράφι, δηλαδή από τον αγρότη, ακούγεται έως και περίεργο και σίγουρα δεν επιβεβαιώνεται από καμία αγροτική περιοχή. Το πιο ενδιαφέρον επιχείρημα, ωστόσο, ήταν αυτό που έκανε λόγο για αυξημένες εξαγωγές, σε υψηλές μάλιστα τιμές, προς τις αγορές της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης.
Αν πράγματι είναι θέμα εξαγωγών σε σημαντικές αγορές, τότε πρόκειται για ένα αντικειμενικό πρόβλημα, το οποίο δύσκολα αντιμετωπίζεται. Αν πάλι συνδυάζεται με παράλληλες εισαγωγές από άλλες χώρες σε επίσης αυξημένες τιμές, τότε κάποιοι λένε ότι πρόκειται για παιχνίδι μεσαζόντων. Σε κάθε περίπτωση, από την εν εξελίξει έρευνα της ανεξάρτητης αρχής είναι μια ευκαιρία να ενημερωθούν και οι καταναλωτές γιατί ακριβαίνουν προϊόντα χωρίς να επηρεάζονται σημαντικά από τον πόλεμο.

