Μια ακόμη χρονιά υγιούς ανάπτυξης αναμένεται να είναι το 2026 για τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, με τη διοίκηση να διατηρεί θετικές προοπτικές για την πορεία της επιβατικής κίνησης και των οικονομικών μεγεθών. Ωστόσο, το εντεινόμενο γεωπολιτικό σκηνικό λειτουργεί ως παράγοντας αβεβαιότητας, καθώς ενδέχεται να ασκήσει πιέσεις στη ζήτηση για αεροπορικά ταξίδια και, κατ’ επέκταση, στη λειτουργική και χρηματοοικονομική επίδοση της εταιρείας.
Αν και μέχρι στιγμής, όπως επισημαίνεται στην ετήσια έκθεση για την περυσινή χρήση, δεν καταγράφονται ουσιώδεις μεταβολές, πέραν της υποχώρησης της αγοράς της Μέσης Ανατολής, η οποία με όρους 2025 αντιστοιχεί περίπου στο 7,5% της συνολικής επιβατικής κίνησης του αεροδρομίου της Αθήνας.
Παρά την αστάθεια, η ζήτηση για ταξίδια προς την Ελλάδα δείχνει να αντέχει. Ειδικότερα, για το 2026, υπολογίζεται ότι θα ενισχυθεί ο αριθμός των διακινηθέντων επιβατών σε χαμηλό μονοψήφιο ποσοστό, κάτι που συγκλίνει με τις προσδοκίες. Αυτή η άνοδος, μεταξύ άλλων, θα προέλθει από το άνοιγμα νέων αγορών με επίκεντρο τις πιο μακρινές.
Παράλληλα, η εταιρεία εξασφάλισε την έγκριση της αρμόδιας Αρχής για τη μετάβαση του αεροδρομίου από καθεστώς «μη συντονισμένου» σε «αεροδρόμιο με ευκολίες προγραμματισμού πτήσεων» για τη θερινή περίοδο, με στόχο την αποσυμφόρηση των ωρών αιχμής και την πιο ισορροπημένη ανάπτυξη της κίνησης στις λιγότερο επιβαρυμένες ζώνες, με ελεγχόμενο τρόπο.
Σε ό,τι αφορά τον τζίρο από αεροπορικές δραστηριότητες, το έσοδο ανά επιβάτη από χρεώσεις εκτιμάται ότι θα παραμείνει σε γενικές γραμμές σταθερό. Τα καθαρά κέρδη αναμένεται να κινηθούν εντός του ρυθμιστικού πλαισίου, με πρόσθετη ενίσχυση από την απόδοση του αυξημένου κεφαλαίου μέσω του προγράμματος επανεπένδυσης μερίσματος (scrip dividend) για την περίοδο 2025-2028. Για το 2026, το διοικητικό συμβούλιο θα εισηγηθεί μεικτό μέρισμα 0,66 ευρώ ανά μετοχή, συνολικού ύψους 204,9 εκατ. ευρώ.
Να σημειωθεί ότι τα έσοδα του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών διαμορφώθηκαν το 2025 σε 675,6 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 1,5% σε σχέση με το 2024, εκ των οποίων 504,9 εκατ. προήλθαν από αεροπορικές και 170,7 εκατ. από μη αεροπορικές δραστηριότητες, όπως τα εμπορικά καταστήματα (115,3 εκατ.) και οι χώροι στάθμευσης (22,2 εκατ.).
Το προσαρμοσμένο EBITDA διαμορφώθηκε σε 394,9 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας μείωση 7% σε σύγκριση με το 2024, σε ευθυγράμμιση με τους βραχυπρόθεσμους στόχους του ΔΑΑ, ενώ το σχετικό περιθώριο ανήλθε σε 58,5%. Τα καθαρά κέρδη έφθασαν σε 207,3 εκατ. ευρώ, μειωμένα κατά 12,1% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η υποχώρηση αυτή οφείλεται κυρίως στην απόδοση του τομέα αεροπορικών δραστηριοτήτων, ο οποίος επηρεάζεται από τις προσαρμογές των αεροπορικών χρεώσεων, σύμφωνα με το ρυθμιστικό πλαίσιο.
Σε ό,τι αφορά το πλάνο ενίσχυσης της δυναμικότητας, η ανάθεση της σύμβασης για την επέκταση του κύριου αεροσταθμού τοποθετείται στο δεύτερο εξάμηνο του 2026. Παράλληλα, από τον Ιούλιο του 2025 βρίσκονται σε εξέλιξη οι εργασίες για τον νέο πολυώροφο χώρο στάθμευσης και τις πρόσθετες θέσεις αεροσκαφών, ενώ έχει ήδη ανατεθεί και η κατασκευή του νέου VIP αεροσταθμού, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2027.

