Oι ελληνικές τράπεζες και επιχειρήσεις και η εγχώρια οικονομία γενικότερα είναι περισσότερο «θωρακισμένες» απέναντι στην τρέχουσα γεωπολιτική κρίση από ό,τι οι περισσότερες χώρες και αγορές της Ευρώπης, εκτιμά η Deutsche Bank. Ενώ η ενεργειακή εξάρτηση θα μπορούσε να ωθήσει υψηλότερα τον πληθωρισμό και να προκαλέσει επιβράδυνση της οικονομίας, οι γενικές τάσεις που παρατηρούνται είναι πολύ ισχυρότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπως τονίζει.
Ειδικότερα, όπως σημειώνει, οι ελληνικές μετοχές έχουν χάσει μέρος της λάμψης τους, με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να έχει «χτυπήσει» σημαντικά την αγορά, ωστόσο η δυνητική ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας είναι υψηλότερη από τον μέσο όρο. Η ενεργειακή εξάρτηση αποτελεί πιθανώς την κύρια απειλή, αλλά με βασικούς τομείς όπως ο τουρισμός και η ναυτιλία να έχουν αρκετά ανάμεικτες επιπτώσεις.
Ενώ η ελληνική οικονομία ενδεχομένως επηρεάζεται από τον πληθωρισμό, υπάρχει μια σύνθετη εικόνα όσον αφορά τον τουρισμό, έναν ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής οικονομίας, που συνεισφέρει άμεσα από 13% έως 20% του ΑΕΠ, εξηγεί η Deutsche Bank. Προηγούμενα γεγονότα υποδηλώνουν μια πιθανή θετική εκτροπή των τουριστικών ροών προς την Ελλάδα, καθώς οι ταξιδιώτες αναζητούν ασφαλέστερους μεσογειακούς προορισμούς. Ωστόσο, αυτό αντισταθμίζεται εν μέρει από κινδύνους, όπως οι ταξιδιωτικές προειδοποιήσεις που επικαλούνται την ευρύτερη αστάθεια στην Ανατολική Μεσόγειο. Επομένως, η καθαρή επίδραση στον ελληνικό τουρισμό παραμένει αβέβαιη, αν και ενδεχομένως θα είναι τελικά θετική, όπως εκτιμά η γερμανική τράπεζα, εξαρτώμενη σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης.
Παράλληλα, ο ναυτιλιακός κλάδος (που συνεισφέρει 6%-7% του ΑΕΠ), ενώ ενδεχομένως επωφελείται από τους υψηλότερους ναύλους μεταφοράς σε ορισμένα τμήματα, αντιμετωπίζει αυξημένους λειτουργικούς κινδύνους, αυξανόμενο κόστος ασφάλισης και αρνητικές επιπτώσεις στους μεγάλους κόμβους μεταφόρτωσης λόγω τροποποιημένων διαδρομών.
Ο γεωργικός τομέας (περίπου 4% του ΑΕΠ) είναι πιθανώς από τους πλέον πληττόμενους, καθώς δέχεται σημαντική πίεση από την αύξηση του κόστους των εισροών (λιπάσματα, ενέργεια), η οποία συμπιέζει την ήδη περιορισμένη κερδοφορία των αγροτών και συμβάλλει στον εγχώριο πληθωρισμό τροφίμων.
Τέλος, οι ενεργοβόρες βιομηχανίες (π.χ., η μεταποίηση, 9% του ΑΕΠ και οι μεταφορές) επηρεάζονται άμεσα από την αύξηση του κόστους των καυσίμων, η οποία θα μπορούσε να συμπιέσει τα περιθώρια κέρδους και να επηρεάσει την παραγωγή.
Από μακροοικονομικής απόψεως, όπως επισημαίνει η Deutsche Bank, η τρέχουσα κρίση εισάγει πιθανούς κινδύνους για την ελληνική οικονομία. Η υψηλή εξάρτηση της Ελλάδας από εισαγωγές ενέργειας, με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο να αποτελούν περίπου το 54% και το 21% της ακαθάριστης διαθέσιμης ενέργειάς της, σημαίνει ότι η απότομη αύξηση των παγκόσμιων τιμών του πετρελαίου επηρεάζει άμεσα το εγχώριο κόστος ενέργειας.
Ωστόσο, αν και οι εκτιμήσεις για ανάπτυξη 2%-2,3% στην Ελλάδα φέτος «απειλούνται» από την παρατεταμένη αστάθεια των τιμών της ενέργειας, θεωρεί απίθανο να αλλάξουν ριζικά οι τάσεις που έχουν ήδη προβλεφθεί για την οικονομία, καθώς και για τον τραπεζικό τομέα. Οπως εκτιμά, ο αντίκτυπος θα έχει περισσότερο τη μορφή της καθυστέρησης ορισμένων προσδοκιών, με εταιρείες να απέχουν από επενδύσεις για την αναβάθμιση της παραγωγικής δομής, παρά θα αποτελέσει ένα μακροπρόθεσμο πλήγμα σε μια χώρα όπου η οικονομία παραμένει από τις λιγότερο μοχλευμένες στην Ευρώπη.

