Αλλο ένα έτος ισχυρών επιδόσεων για την αγορά κατοικίας αποτέλεσε το 2025, καθώς, σύμφωνα με τους δείκτες τιμών πώλησης της Τράπεζας της Ελλάδος, η μέση ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε σε 7,8%, έναντι 9,1% το 2024. Μάλιστα ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του προηγούμενου έτους είναι η καθοριστική επίδραση που φαίνεται ότι είχε το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» στις τιμές των μεταχειρισμένων κατοικιών. Με βάση τα σχετικά στοιχεία, οι τιμές των παλαιότερων κατοικιών (άνω των πέντε ετών) αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό έναντι των νεόδμητων κατοικιών, κάτι που δεν συνηθίζεται υπό φυσιολογικές συνθήκες.
Ειδικότερα, οι τιμές των παλαιότερων κατοικιών αυξήθηκαν το 2025 κατά 8,1%, έναντι 7,4% των νεόδμητων. Το 2024, όταν δεν υπήρχε το πρόγραμμα «Σπίτι μου», η εικόνα ήταν αντίστροφη καθώς οι τιμές των σύγχρονων κατοικιών είχαν αυξηθεί με ετήσιο ρυθμό 10,2%, έναντι 8,4% των παλαιότερων. Ασφαλώς, στην εξέλιξη του 2025 θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η αβεβαιότητα που χαρακτήρισε τις νέες κατασκευές λόγω του ΝΟΚ και που πιθανώς να ώθησε κάποιους κατασκευαστές στο να προχωρήσουν σε «εκπτώσεις» έναντι των αρχικών ζητούμενων τιμών τους. Είναι ξεκάθαρο, επίσης, ότι η αύξηση των παλαιότερων ακινήτων θα ήταν σαφώς ηπιότερη χωρίς το πρόγραμμα «Σπίτι μου», το οποίο αφορά ακίνητα ηλικίας από 20 ετών και άνω (με έτος αποπεράτωσης το αργότερο έως το τέλος του 2007 και έτος έκδοσης της οικοδομικής άδειας το αργότερο έως το τέλος του 2005).
Κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2025, σε πανελλαδικό επίπεδο, η αύξηση των τιμών διαμορφώθηκε σε 7,6%, έναντι αύξησης 7,4% που είχε σημειωθεί το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024 (συγκριτικά με το 2023). Παράλληλα όμως η αύξηση αυτή ήταν ηπιότερη συγκριτικά με το τρίτο τρίμηνο, όταν οι τιμές είχαν ενισχυθεί με ετήσιο ρυθμό 8,3%. Το τέταρτο τρίμηνο τα νεόδμητα ακίνητα κατέγραψαν ετήσια αύξηση κατά 7,4% και τα παλιότερα κατά 7,8%, ενώ το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο οι αντίστοιχες αυξήσεις ήταν 7% και 9,1%.
Αλλο ένα σημαντικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα στοιχεία της ΤτΕ είναι η σταδιακή επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου των τιμών στην Αττική, δείγμα της υπερθέρμανσης της αγοράς και της αδυναμίας όλο και περισσότερων νοικοκυριών να ανταποκριθούν στην άνοδο των αξιών που έχει σημειωθεί. Στο πλαίσιο αυτό, στο σύνολο του 2025, οι τιμές στην Αττική αυξήθηκαν κατά 6,2%, έναντι ανόδου 8,6% το 2024. Κατά το τέταρτο τρίμηνο μάλιστα η ετήσια αύξηση δεν ξεπέρασε το 5,9%, έναντι αύξησης 7% το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο.
Αντιθέτως, στην υπόλοιπη χώρα, οι τιμές κινήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό. Στη Θεσσαλονίκη, στο σύνολο του 2025, η αύξηση ανήλθε σε 9,6% από 11,7% το 2024, ενώ το τέταρτο τρίμηνο οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 8%. Στις άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας, το τέταρτο τρίμηνο οι τιμές αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό 10,5%, ενώ στο σύνολο του 2025 η άνοδος διαμορφώθηκε σε 9,8%, από 7,6% το 2024. Στις υπόλοιπες περιοχές (κυρίως τουριστικές) της χώρας η άνοδος το 2025 διαμορφώθηκε σε 8,8%, από 10,9% το 2024, ενώ κατά το τέταρτο τρίμηνο η ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε σε 8,6%.
Στην πρόσφατη Ενδιάμεση Εκθεσή της για την Νομισματική Πολιτική, η ΤτΕ επισήμανε ότι «κατά τη διάρκεια του 2025 η ελληνική αγορά ακινήτων συνέχισε να προσελκύει το επενδυτικό ενδιαφέρον, τόσο το εγχώριο όσο και από το εξωτερικό, ειδικά για τους τομείς της κατοικίας, της φιλοξενίας αλλά και των γραφείων υψηλών προδιαγραφών με βιοκλιματικά χαρακτηριστικά».
Παράλληλα, για το 2026, η ΤτΕ τονίζει ότι «το επενδυτικό ενδιαφέρον όπως και οι ανοδικές τάσεις των τιμών στην αγορά ακινήτων αναμένεται να συνεχιστούν και το επόμενο διάστημα, αλλά με ηπιότερους ρυθμούς, υπό την προϋπόθεση ότι η ζήτηση δεν θα επηρεαστεί από διεθνείς μακροοικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις. Ειδικά για το υψηλότερων προδιαγραφών τμήμα της αγοράς εκτιμάται ότι η πορεία του θα συνεχίσει να είναι θετική, με τη δυναμική να τροφοδοτείται από το ενδιαφέρον ξένων αγοραστών και επενδυτών, την καλή επίδοση του τουρισμού, τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών, αλλά και τη σταδιακή αναβάθμιση των υποδομών της χώρας».

