Σημαντική αύξηση σημείωσαν το 2025 –με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2024– τα ποσοστά του πληθυσμού που βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς και σε υλική και κοινωνική στέρηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε χθες η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), το ποσοστό του πληθυσμού με σοβαρές υλικές και κοινωνικές στερήσεις ανήλθε το 2015 σε 14,9% από 14% το 2024, ισοφαρίζοντας το υψηλό πενταετίας το οποίο είχε καταγραφεί το 2020. Μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η Ελλάδα μαζί με τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία είναι οι τρεις χώρες με διψήφιο ποσοστό πληθυσμού σε υλική ή κοινωνική στέρηση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2025 είναι η δεύτερη χρονιά που καταγράφεται αύξηση του εν λόγω ποσοστού, κάτι που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στις σωρευτικές συνέπειες της ενεργειακής – πληθωριστικής κρίσης που ξεκίνησε το 2022, με την περίοδο αυτή να χαρακτηρίζεται, πέρα από έντονες ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, και σε ραγδαία αύξηση των ενοικίων.
Δεν είναι τυχαίο ότι το 42% του πληθυσμού εμφανίζει δυσκολία στην πληρωμή του ενοικίου ή της δόσης δανείου, με την αναλογία να είναι υψηλή, ένας στους τρεις, ακόμη και στην περίπτωση του μη φτωχού πληθυσμού. Το πλέον όμως ανησυχητικό, είναι ότι από τα στοιχεία έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ προκύπτει σημαντική αύξηση κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, του ποσοστού υλικής και κοινωνικής στέρησης στα παιδιά 0-17 ετών – στο 15,9% το 2025 από 13,9% το 2024.
Αύξηση για δεύτερη συνεχή χρονιά σημείωσε και το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας, φτάνοντας το 27,5% το 2025 από 26,9% το 2024 και αποτελώντας το δεύτερο υψηλότερο στην Ε.Ε. μετά τη Βουλγαρία (30%). Το ποσοστό φτώχειας, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (συντάξεις, επιδόματα κ.ά.) παρέμεινε το 2025 στα επίπεδα του 2024 – 19,6%, από 18,9% το 2023.
Οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό είχαν ως συνέπεια να κλείσει η «ψαλίδα» μεταξύ των φτωχότερων και πλουσιότερων νοικοκυριών, με τον δείκτη οικονομικής ανισότητας να μειώνεται το 2025 σε 5,18 από 5,27 ένα χρόνο πριν. Τούτο σημαίνει ότι το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,18 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο του εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Στο υψηλότερο σημείο της τελευταίας δεκαετίας ο εν λόγω δείκτης είχε φτάσει το 2016 (με έτος αναφοράς το 2015), όταν διαμορφώθηκε σε 6,55.

