Η ανάγκη μετάβασης από τα δίκτυα χαλκού στις υψηλές ταχύτητες των οπτικών ινών δεν έχει ακόμη πείσει τους Ελληνες καταναλωτές. Και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις για την επόμενη εξαετία, η εικόνα δεν αναμένεται να μεταβληθεί δραματικά. Παρά τις επενδύσεις των τριών τηλεπικοινωνιακών παρόχων και, πιο πρόσφατα, της ΔΕΗ, που βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, η διείσδυση στην αγορά εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα.
Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η οπτική ίνα έχει καταγράψει πρόοδο σε σύγκριση με τις σχεδόν μηδενικές επιδόσεις πριν από περίπου πέντε χρόνια. Σύμφωνα με τις προβλέψεις που δημοσίευσε σε πρόσφατη μελέτη το ευρωπαϊκό ινστιτούτο FTTH Council, οι ενεργοί συνδρομητές οπτικής ίνας στην Ελλάδα εκτιμάται πως θα φθάσουν στο ένα εκατομμύριο μέχρι το τέλος του 2026 από περίπου 700.000 που είχαν διαμορφωθεί τον Σεπτέμβριο του 2025.
Ο συγκεκριμένος δείκτης κατατάσσει τη χώρα μας στη 17η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου, γεγονός που αποτυπώνει τη σημαντική απόσταση που τη χωρίζει από τις πιο ώριμες ευρωπαϊκές αγορές, όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ισπανία και η Ιταλία. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στις προβλέψεις για το 2031, καθώς οι ενεργοί πελάτες εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 1,8 εκατομμύρια, τοποθετώντας την Ελλάδα ελαφρώς πιο κάτω, στη 18η θέση.
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με τις προβλέψεις για την περίοδο έως το 2031, η ανάπτυξη των δικτύων οπτικών ινών στην Ελλάδα αναμένεται να συνεχιστεί, με τον αριθμό των νοικοκυριών που θα έχουν πρόσβαση να προσεγγίζει τα 3 εκατομμύρια. Η χώρα πάντως διατηρεί μια μεσαία θέση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, παραμένοντας και πάλι σε απόσταση από τις πιο ανεπτυγμένες αγορές.
Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025, οι υποδομές οπτικής ίνας κάλυπταν περίπου 2,4 εκατομμύρια νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αντιστοιχώντας σε περίπου 55% των σπιτιών της χώρας, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει στο 79,3%. Η επίδοση αυτή οδηγεί την Ελλάδα στις χαμηλότερες θέσεις μεταξύ των 39 ευρωπαϊκών κρατών, με μόλις τέσσερις χώρες, Σερβία, Σλοβακία, Τσεχία και Βέλγιο, να καταγράφουν χαμηλότερα ποσοστά. Από αυτό το 55%, μόλις το 30% έχει αξιοποιήσει αυτό το δίκτυο, όπως δείχνουν τα στοιχεία για τις ενεργές συνδρομές, οι οποίες κινούνται λίγο πιο πάνω από τις 700.000.
Την ίδια ώρα, οι πάροχοι στην Ελλάδα επικεντρώνονται στις πυκνοκατοικημένες περιοχές με υψηλή εμπορική δραστηριότητα, που συχνά εξυπηρετούνται από περισσότερες από μία εταιρείες, γεγονός που δεν ενισχύει τη συνολική διείσδυση και τους σχετικούς δείκτες. Παράλληλα, πολλές γειτονιές, ιδίως στην περιφέρεια, παραμένουν με ελάχιστη κάλυψη.

