O νόμος για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (γνωστός ως νόμος Κατσέλη) ρυθμίζει τα χρέη, αλλά δεν αλλάζει τους κανόνες του ασφαλιστικού συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος ασφάλισης εξακολουθεί να υπολογίζεται μόνο με βάση τις εισφορές που έχουν πράγματι καταβληθεί. Ο ΕΦΚΑ έρχεται να αποσαφηνίσει ένα ζήτημα που απασχολεί χιλιάδες ασφαλισμένους οι οποίοι πλησιάζουν τη συνταξιοδότηση και έχουν οφειλές που ρυθμίστηκαν μέσω δικαστικών αποφάσεων και να λύσει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε σε όσους απορρίφθηκε η αίτηση συνταξιοδότησης.
Οι οδηγίες για το πώς θα συνταξιοδοτηθούν οι ασφαλισμένοι που έχουν ενταχθεί στον νόμο Κατσέλη (ν. 3869/2010) ξεκαθαρίζουν το τοπίο για το πώς θα υπολογίζεται ο ασφαλιστικός χρόνος και ποιες οφειλές λαμβάνονται υπόψη κατά την απονομή της σύνταξης. Αφορούν κυρίως τους μη μισθωτούς ασφαλισμένους –ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους και αγρότες– οι οποίοι στο παρελθόν προσέφυγαν στον νόμο Κατσέλη για τη ρύθμιση των χρεών τους.
Σύμφωνα με τον ΕΦΚΑ, χρόνος ασφάλισης θεωρείται ο χρόνος για τον οποίο έχουν πληρωθεί εισφορές, είτε πρόκειται για πραγματική ασφάλιση είτε για αναγνωρισμένους ή εξαγορασμένους πλασματικούς χρόνους. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται επίσης ο χρόνος προαιρετικής ασφάλισης και οι περίοδοι που έχουν αναγνωριστεί με εξαγορά. Αντίθετα, περίοδοι για τις οποίες οι εισφορές διαγράφηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας του ν. 3869/2010 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως συντάξιμος χρόνος.
Η κρίσιμη διάκριση που κάνει ο ΕΦΚΑ αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες ο οφειλέτης έχει ρυθμίσει τις οφειλές του και καταβάλλει δόσεις βάσει δικαστικής απόφασης. Στις περιπτώσεις αυτές, μόνο το τμήμα της οφειλής που εξοφλείται μέσω των δόσεων μετατρέπεται σε ασφαλιστικό χρόνο. Αντίθετα, το μέρος των εισφορών που τελικά διαγράφεται μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας απαλλαγής δεν υπολογίζεται ως χρόνος ασφάλισης.
Η απαλλαγή από το υπόλοιπο των χρεών επέρχεται όταν ο οφειλέτης τηρήσει πλήρως τη ρύθμιση που επέβαλε το δικαστήριο. Η κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων σημαίνει ότι ο οφειλέτης έχει καταβάλει όλες τις προβλεπόμενες δόσεις προς όλους τους πιστωτές, συνήθως μέσα σε τρία χρόνια, όπως ορίζεται από τη δικαστική απόφαση. Στην περίπτωση αυτή ενεργοποιείται αυτοδικαίως η απαλλαγή από το υπόλοιπο των οφειλών, ακόμη και για πιστωτές που δεν είχαν δηλώσει απαιτήσεις.
Για να αναγνωριστεί η απαλλαγή από τον ΕΦΚΑ, ο ασφαλισμένος θα πρέπει να προσκομίσει είτε δικαστική απόφαση που πιστοποιεί την απαλλαγή είτε βεβαιώσεις από τους πιστωτές ότι έχει τηρήσει πλήρως τις υποχρεώσεις του. Στις βεβαιώσεις αυτές πρέπει να επιβεβαιώνεται ότι δεν υπάρχουν εκκρεμείς δόσεις από τη ρύθμιση που επιβλήθηκε με τη δικαστική απόφαση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η απόφαση απαλλαγής πρέπει να είναι αμετάκλητη, δηλαδή να μην μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα. Σε διαφορετική περίπτωση, η διαδικασία δεν μπορεί να ολοκληρωθεί για τις ανάγκες της συνταξιοδότησης. Για τον λόγο αυτό ο ΕΦΚΑ θα πρέπει να ζητάει από τους ασφαλισμένους να προσκομίζουν πιστοποιητικό τελεσιδικίας κατά την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης.
Ενα ακόμη κρίσιμο σημείο αφορά όσους έχουν ήδη απαλλαγεί από μέρος των οφειλών τους αλλά χρειάζονται επιπλέον χρόνο ασφάλισης για να θεμελιώσουν δικαίωμα σύνταξης. Σύμφωνα με τις οδηγίες του φορέα, δεν υπάρχει δυνατότητα επαναφοράς ή εξαγοράς των εισφορών που έχουν διαγραφεί μέσω του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Με άλλα λόγια, οι ασφαλισμένοι δεν μπορούν να πληρώσουν εκ των υστέρων το ποσό που διαγράφηκε προκειμένου να προσμετρηθεί ο αντίστοιχος χρόνος ασφάλισης.
Επίσης, επισημαίνεται πως οι οφειλές που έχουν διαγραφεί δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των οφειλών που μπορούν να παρακρατηθούν από τη σύνταξη.

