Το πρώτο που επιζητεί η κοινή γνώμη όταν προκύπτει μια κρίση σαν αυτή που διανύουμε είναι να εξασφαλιστεί επάρκεια και μετά μέσω σαρωτικών ελέγχων να εξασφαλιστεί η αποφυγή κερδοσκοπίας. Στην περίπτωσή μας τα αποθέματα καυσίμων ήταν άνω του ενός τριμήνου, ενώ από την πρώτη μέρα έγινε γνωστό ότι οι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν από τις υπηρεσίες της νεοσύστατης Αρχής για τον έλεγχο της αγοράς. Σε μεγάλο βαθμό μάλιστα απέδωσαν, ώστε και μεγάλες διαφορές στις τιμές να έχουμε από πρατήριο σε πρατήριο, δηλαδή ανταγωνισμό, αλλά από το γεγονός ότι δεν ανακοινώθηκαν πρόστιμα καταλαβαίνουμε ότι δεν διαπιστώθηκαν ακραία περιστατικά αισχροκέρδειας.
Παρ’ όλα αυτά, για να έχουμε το κεφαλάκι μας ήσυχο, η κυβέρνηση αποφάσισε να βάλει πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους. Παρά το γεγονός ότι μόνο ένα μέρος των αυξήσεων στις διεθνείς τιμές των καυσίμων πέρασε μέχρις ώρας στον Ελληνα καταναλωτή. Για να γίνει κατανοητό βάσει των επίσημων στοιχείων, τις πρώτες δύο εβδομάδες του πολέμου οι διεθνείς τιμές της βενζίνης αυξήθηκαν κατά 38,1% και του diesel κίνησης κατά 58,1%.
Μόνο ένα μέρος των αυξήσεων στις διεθνείς τιμές των καυσίμων πέρασε μέχρις ώρας στον Ελληνα καταναλωτή.
Οι διυλιστηριακές τιμές της βενζίνης στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 12% και του diesel κίνησης κατά 26,7%, δηλαδή κάτω από το μισό. Την ίδια στιγμή, οι μέσες λιανικές (fuelprices.gr) τιμές της βενζίνης αυξήθηκαν κατά 7,6% και του diesel κίνησης κατά 19,2%. Δηλαδή ακόμα λιγότερο. Και προφανώς μεγάλο μέρος της «προστασίας» οφείλεται στη φορολόγηση του προϊόντος, καθώς το 65% του καυσίμου είναι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που δεν επηρεάζεται από τις διεθνείς τιμές. Ωστόσο, κάποια έκδηλη προσπάθεια ακραίας μορφής αυξήσεων δεν έχουμε ακόμα δει.
Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση έκρινε ότι θα πρέπει να μπει πλαφόν στο 6,5% της τελικής τιμής του καυσίμου, δηλαδή στα περιθώρια κέρδους των εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών και τους πρατηριούχους. Ολο το υπόλοιπο, το μερτικό των διυλιστηρίων και το δικό της μερτικό των φόρων (ΦΠΑ), συνεχίζει να κινείται ανάλογα με τις διακυμάνσεις. Πάνω από 120 εκατ. ευρώ επιπλέον έσοδα εκτιμάται ότι θα εισπραχθούν μόνο από ΦΠΑ μέχρι το τέλος Ιουνίου.
Εκανε όμως και κάτι που προκάλεσε πολλές απορίες για τη σκοπιμότητά του. Αποφάσισε, κόντρα σε ό,τι είχε αποφασίσει και εφαρμόσει επί πέντε χρόνια, κατά την εφαρμογή του προηγούμενου πλαφόν, να συμπεριλάβει στο πλαφόν και τον ΦΠΑ που αναλογεί. Μειώνοντας το πραγματικό του ύψος στα 4 λεπτά, από 5, για τις εταιρείες εμπορίας και στα 9 λεπτά, από τα 12 λεπτά, για τους πρατηριούχους. Και ξαφνικά τους έκανε μέρος του προβλήματος. Ακύρωσε δε σε ένα βαθμό και τη δική της επιχειρηματολογία για την ομαλή λειτουργία της αγοράς και για τους φόρους των καυσίμων…

