Δεν γνωρίζουμε πόσο μακριά είναι το τέλος των επιχειρήσεων ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, γνωστές ως «Επική οργή» και «Ο βρυχηθμός του λιονταριού» αντιστοίχως, που έχουν πλέον εξαπλωθεί σε 14 χώρες. Ούτε, ασφαλώς, είμαστε σε θέση να προβλέψουμε εάν υπάρχει σχέδιο εξόδου από την κρίση, που λόγω γεωγραφίας και ενεργειακών παραγωγικών υποδομών έχει για μια ακόμη φορά οδηγήσει στα ύψη τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Αυτό όμως που με ασφάλεια μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι ότι η κλιμάκωση της κρίσης στην ευρύτερη Μέση Ανατολή απειλεί να πυροδοτήσει ένα νέο παγκόσμιο ενεργειακό σοκ, με αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία (άνοδος πληθωρισμού και επιβράδυνση ανάπτυξης), στις επιχειρήσεις και στην ίδια την τσέπη του καταναλωτή σε Ευρώπη και Ελλάδα.
Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες κρίσεις στον Περσικό Κόλπο, από το 1981 και μετά, η σημερινή κρίση διαφέρει σημαντικά ως προς τρία σημεία: (α) Για πρώτη φορά βάλλονται συστηματικά ενεργειακές εγκαταστάσεις εκατέρωθεν, με αποτέλεσμα η πολεμική σύρραξη να έχει εξαπλωθεί σε όλες τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες της περιοχής. (β) Για πρώτη φορά επηρεάζεται το φυσικό αέριο μέσω εξαγωγών LNG, το οποίο πλέον έχει καταστεί ένα διεθνώς εμπορεύσιμο προϊόν. (γ) Εχει υπάρξει διακοπή ενεργειακής τροφοδοσίας, αφού πολλές χώρες, λόγω των ιρανικών βαλλιστικών επιθέσεων, έχουν μειώσει ή και «παγώσει» την παραγωγή αργού, προϊόντων και LNG, ενώ ταυτόχρονα λόγω εχθροπραξιών υπάρχει εγγενής αδυναμία διέλευσης πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ.
Ολα αυτά έχουν συνδυαστικά συμβάλλει στην εκτίναξη των τιμών πετρελαίου (κινούνται πλέον σταθερά πάνω από τα 100 δολ./βαρέλι για το Brent) και αερίου (πάνω από τα 50 ευρώ/MWh στο TTF της Ολλανδίας), που έχουν ανατιμηθεί κατά 40% και 70% αντιστοίχως.
Η κρίση βρίσκει την Ευρώπη και το ενεργειακό της μείγμα εξαρτημένο κατά 57% –και το αντίστοιχο της Ελλάδας κατά 80%– από εισαγωγές πετρελαίου και αερίου. Η υψηλή αυτή εξάρτηση οφείλεται τόσο στη σταθερή αύξηση της ενεργειακής ζήτησης τη μεταπολεμική περίοδο όσο και στην αδυναμία να αναπτυχθούν εγχώριες συμβατικές πηγές ενέργειας.
Μπορεί τα τελευταία 15 χρόνια η Ε.Ε. να έχει αναπτύξει σε μεγάλη κλίμακα τις ΑΠΕ, πλην όμως η συνεισφορά τους στο συνολικό ενεργειακό ισοζύγιο είναι περιορισμένη (δεν ξεπερνάει το 21%) λόγω του ότι η παραγωγή τους διοχετεύεται αποκλειστικά στον ηλεκτρισμό, που όμως καλύπτει ένα μικρό σχετικά μέρος των συνολικών ενεργειακών αναγκών.
Σήμερα η Ε.Ε. αντιμετωπίζει μια διπλή κρίση, που θυμίζει σε μεγάλο βαθμό την αντίστοιχη του 2022 με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Από τη μια πλευρά έχουμε ραγδαίες ανατιμήσεις στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου και, από τη άλλη, παρατηρείται πραγματικό έλλειμμα προμήθειας.
Για το πρώτο, η Ε.Ε. αλλά και η Ελλάδα ανακοίνωσαν τη λήψη μέτρων, θέτοντας πλαφόν στα κέρδη των εταιρειών, ενώ άφησαν ανοικτό το ενδεχόμενο για επιδοτήσεις προς τους παραγωγούς και μείωση του φόρου για τις εκπομπές CO2.
Για το δεύτερο, υπήρξε παρέμβαση του G7, την οποία υλοποίησε ο ΙΕΑ με αποδέσμευση 400 εκατ. βαρελιών πετρελαίου από τα στρατηγικά αποθέματα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι ευρωπαϊκές χώρες. Παρ’ όλα αυτά, στο ελάχιστο επηρεάστηκαν οι τιμές, που συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, με το Brent, τη διεθνή ποικιλία αναφοράς, να κινείται άνω των 100 δολ./βαρέλι.
Και ενώ στο φυσικό αέριο η Ε.Ε. είναι ελάχιστα εκτεθειμένη σε εισαγωγές LNG από το Κατάρ (εισάγει περίπου 3,5% των αναγκών της) –η παραγωγή του οποίου έχει σταματήσει εδώ και δέκα ημέρες μετά την κήρυξη force majeure από την Qatar Gas– σήμερα, λόγω ανόδου των διεθνών τιμών, φορτία LNG που προορίζονταν για ευρωπαϊκά τέρμιναλ αλλάζουν πορεία και κατευθύνονται προς την Ασία, όπου οι εκεί εισαγωγείς πληρώνουν σοβαρά premium προκειμένου να εξασφαλίσουν επαρκείς ποσότητες.
Ετσι, η Ευρώπη για μια ακόμη φορά έχει βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να ανταγωνίζεται αγοραστές της Ασίας προκειμένου να εξασφαλίσει επαρκείς ποσότητες LNG, που καλύπτουν πλέον το 45% των αναγκών της, δεδομένου ότι έχει μειώσει κατά περίπου 85% τις εισαγωγές αερίου από τη Ρωσία.
Δεν είναι υπερβολή να παρατηρήσουμε ότι η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα εγκλωβισμένη σε ένα ενεργειακό αδιέξοδο, αφού, παρά τις προσπάθειες των τελευταίων 20 και πλέον ετών, παραμένει ενεργειακά ευάλωτη και εξαρτώμενη από τεράστιες εισαγωγές, έρμαιο των δικών της επιλογών. Δηλαδή, των υπερφιλόδοξων στόχων της για ηλεκτροδότηση των πάντων εις αντικατάσταση του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και κάλυψη των ηλεκτρικών φορτίων αποκλειστικά από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και συστήματα αποθήκευσης με μπαταρίες και αντλησιοταμίευση.
Ομως, παρά την υψηλή εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ που έχει επιτευχθεί και τα περίπου δύο τρισ. ευρώ επενδύσεων, το ενεργειακό σύστημα παραμένει εξαρτώμενο από ορυκτά καύσιμα, με την περίφημη ενεργειακή μετάβαση υπό αίρεση.
Η πράσινη μετάβαση, που αποτελεί σημαία για την Ε.Ε. αλλά και για την Ελλάδα, χαιρετίστηκε ως η απόλυτη λύση στο πρόβλημα ενεργειακής προμήθειας και την επίτευξη ενεργειακής ασφάλειας. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν δείξει ότι η ενεργειακή εξίσωση δεν λύνεται μόνο με τις ΑΠΕ, που δεν αποτελούν βιώσιμη λύση.
Είναι ξεκάθαρο ότι θα πρέπει να πορευτούμε με ένα διευρυμένο ενεργειακό μείγμα, όπου πέρα από τις ΑΠΕ θα έχουν θέση το πετρέλαιο και η μετεξέλιξή του, τα πράσινα καύσιμα, το φυσικό αέριο και η πυρηνική ενέργεια. Τώρα μπορεί να είναι μια καλή στιγμή να επανεξετάσουμε την ευρωπαϊκή αποστροφή προς την εγχώρια παραγωγή υδρογονανθράκων.
* Ο κ. Κωστής Σταμπολής είναι πρόεδρος του ΙΕΝΕ.

