Για τον κίνδυνο νέου στασιμοπληθωριστικού σοκ εάν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή διαρκέσει, ιδίως βραχυπρόθεσμα, προειδοποίησε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, ιδίως στις χώρες που είναι καθαροί εισαγωγείς ενέργειας. Οπως τόνισε, οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία παραμένουν θετικές, ωστόσο πολλά θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη και τη διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Ανάλογα είναι τα μηνύματα και των οικονομολόγων της Εθνικής Τράπεζας και της Alpha Bank.
Η Ελλάδα είναι εκτεθειμένη στις εξελίξεις στις αγορές ορυκτών καυσίμων και ιδιαίτερα στην αγορά του φυσικού αερίου, τόνισε ο διοικητής της ΤτΕ.
Ειδικότερα, όπως υπογράμμισε ο κ. Στουρνάρας σε ομιλία του στο CEOs Club, η Ευρώπη είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις εξελίξεις στις αγορές ορυκτών καυσίμων και ιδιαίτερα στην αγορά του φυσικού αερίου. Οι επιπτώσεις της γεωπολιτικής διαταραχής θα μπορούσαν να ενισχυθούν περαιτέρω από την επίδραση της αβεβαιότητας, την αυξημένη μεταβλητότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές, την επανατιμολόγηση των κινδύνων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και την υποτονική εξωτερική ζήτηση λόγω των εμπορικών διενέξεων. «Εάν η σύγκρουση διαρκέσει, θα βιώσουμε για μία ακόμη φορά στασιμοπληθωριστικές πιέσεις, ιδίως βραχυπρόθεσμα», σημείωσε. «Συνολικά, οι καθοδικοί κίνδυνοι για την παγκόσμια ανάπτυξη και την ανάπτυξη στη Ζώνη του Ευρώ έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ έχουν επίσης ενισχυθεί οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό», είπε χαρακτηριστικά.
Κατά τον κ. Στουρνάρα, η ελληνική οικονομία κρατάει προς το παρόν αντοχές και οι προοπτικές παραμένουν θετικές, παρά τις δυσμενείς εξωτερικές επιδράσεις, ωστόσο πολλά θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή και από τη διάρκεια της στρατιωτικής σύγκρουσης. Αν η διάρκεια αυτή δεν ξεπεράσει τον μήνα, το 2026 ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα αναμένεται να διαμορφωθεί σε γενικές γραμμές κοντά σε αυτόν του 2025, όπως τόνισε.
Οπως υποστήριξε και η Alpha Bank, η ελληνική οικονομία είναι σε τροχιά ανόδου και διαθέτει υψηλή αντοχή υποστηριζόμενη από τα δημοσιονομικά πρωτογενή πλεονάσματα των τελευταίων ετών. Το γεγονός όμως ότι η Ελλάδα είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, με σοβαρή εξάρτηση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, την καθιστά ευάλωτη σε έντονες αυξήσεις των διεθνών τιμών ενέργειας.
Συνεπώς, σύμφωνα με το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων του τμήματος οικονομικής έρευνας της τράπεζας, η παράταση της διάρκειας ή/και διεύρυνση της σύγκρουσης θα μπορούσε να έχει μακροοικονομικές επιπτώσεις μέσα από τρία κανάλια: της ενίσχυσης της ενεργειακής συνιστώσας του πληθωρισμού και κατά συνέπεια του γενικού επιπέδου τιμών, της αποδυνάμωσης των εισερχόμενων ταξιδιωτικών ροών, και ως εκ τούτου των ταξιδιωτικών εισπράξεων, και της καθυστέρησης στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων ως απόρροια της αυξημένης αβεβαιότητας, αλλά και του υψηλού ενεργειακού κόστους.
Οπως αναφέρεται και σε έκθεση της Εθνικής Τράπεζας, η ελληνική οικονομία εμφανίζει αυξημένη δυναμική, αλλά η κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή αυξάνει την πιθανότητα εκδήλωσης κραδασμών. Σε ένα πιο δυσμενές σενάριο αναφορικά με τις τιμές ενέργειας και την αυξημένη αβεβαιότητα μέχρι και το β΄ τρίμηνο του 2026, και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη πιθανή ενεργοποίηση κρατικών μέτρων στήριξης, ο μέσος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ το α΄ εξάμηνο προβλέπεται να υποχωρήσει κατά 0,5% και σε περίπου 1,7% ετησίως. Η επιβάρυνση θα επικεντρωθεί κυρίως στο β΄ τρίμηνο, όταν η ανάπτυξη αναμένεται να υποχωρήσει στο 1,5%.
Πάντως, για το υπόλοιπο του έτους προβλέπεται επιτάχυνση της δραστηριότητας, με την ετήσια αύξηση του ΑΕΠ να διαμορφώνεται στο 2,3% κατά το δεύτερο μισό του έτους, ενώ στο σύνολο του 2026 θα κυμανθεί στο 2%, σε σύγκριση με την αρχική εκτίμηση (βάσει διαθέσιμων στοιχείων διμήνου 2026) που ήταν κοντά στο 2,5%. Παράλληλα, η μεταβολή του πληθωρισμού προβλέπεται να επιταχυνθεί στο 3,2% ετησίως, από 2,3% στο βασικό σενάριο.

