Η περίπτωση της ελληνικής ακτοπλοΐας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των προβλημάτων που έχουμε μπροστά μας. Η τιμή του καυσίμου, που χρησιμοποιούν τα πλοία και μέσω αυτών εξυπηρετούνται οι νησιώτες και τους θερινούς μήνες μεγάλο κομμάτι του τουρισμού, έχει εκτοξευθεί. Σε βαθμό που δεν κρύβεται. Σίγουρα δεν μπορεί να απορροφηθεί. Το καύσιμο στοίχιζε στις ελληνικές ακτοπλοϊκές εταιρείες 528 ευρώ ανά τόνο στις 31 Δεκεμβρίου 2025. Στις 27 Φεβρουαρίου 2026, μία μέρα πριν από τις αμερικανοϊσραηλινές επιχειρήσεις στο Ιράν, εκενείτο στα 629 ευρώ ο τόνος και πλέον έχει φτάσει στα 959 ευρώ/τόνο. Εχουμε δηλαδή μια αύξηση 82% από τις αρχές του χρόνου και 52,4% στις δύο εβδομάδες των πολεμικών επιχειρήσεων. Δεδομένου ότι το κόστος του πετρελαίου για ένα πλοίο αναλογεί περίπου στο 50% του συνολικού κόστους λειτουργίας του, μια αύξηση του επίναυλου στα εισιτήρια για όσο διαρκεί το πρόβλημα –δηλαδή της πρόσθετης χρέωσης όταν αυξάνεται σημαντικά το κόστος λειτουργίας– της τάξης του 25% και λίγη θα ήταν.
Το «φουσκωμένο» κόστος λειτουργίας της ελληνικής ακτοπλοΐας είναι το επόμενο θέμα, μετά το πλαφόν στη λιανική, που καλείται να διαχειριστεί η κυβέρνηση. Οι συναρμόδιοι υπουργοί Πιερρακάκης και Κικίλιας αναζητούν λύση, δηλαδή μια κάποιου είδους επιδότηση με ταυτόχρονη μείωση του υπόλοιπου λειτουργικού κόστους των εταιρειών, προκειμένου να κερδίσουμε χρόνο και να μην περάσουν οι αυξήσεις στα εισιτήρια τουλάχιστον έως τις αρχές του καλοκαιριού.
Αλλά οι πονοκέφαλοι δεν σταματούν εδώ. Το ντόμινο ανατιμήσεων ξεκινάει από την ενέργεια και διαχέεται σε όλη την οικονομία. Τα αεροπορικά καύσιμα έχουν αυξηθεί κατά 60% και επειδή συμμετέχουν με 25%-30% στο κόστος λειτουργίας των αεροπορικών εταιρειών, τις επηρεάζουν σημαντικά. Κάποιες γνωστές αεροπορικές εταιρείες του εξωτερικού έχουν ήδη αυξήσει κατά 9% τις τιμές των εισιτηρίων.
Στον πρωτογενή τομέα, όποια συζήτηση κάναμε κατά τη διάρκεια των αγροτικών κινητοποιήσεων για το κόστος παραγωγής είναι ήδη εκτός πραγματικότητας. Η εκτόξευση των τιμών των λιπασμάτων, την εποχή της λίπανσης των χωραφιών, απειλεί τις σοδειές με χαμηλές αποδόσεις. Αρα με μειωμένη παραγωγή και η έλλειψη προσφερόμενου προϊόντος φέρνει συνήθως αυξήσεις στις τιμές τους.
Για τα εισαγόμενα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, ούτε λόγος. Τα περισσότερα έρχονται είτε με πλοία, όπου το κόστος των κοντέινερ έχει πολλαπλασιαστεί, είτε με φορτηγά των οδικών μεταφορών, όπου το καύσιμο κινείται σε πολύ υψηλά επίπεδα, χωρίς εξαιρέσεις μεταξύ των χωρών.
Η οικονομία εισέρχεται αργά αλλά σταθερά σε μια περίοδο σημαντικών προκλήσεων, οι οποίες αναμένεται να πολλαπλασιαστούν και εμείς δηλώνουμε λόγω της πρόσφατης εμπειρίας της ενεργειακής κρίσης του 2022 καλά προετοιμασμένοι. Σε καιρούς αβεβαιότητας, ωστόσο, η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι η αναταραχή, αλλά το να λειτουργούμε με τη λογική τού χθες…

