Οι επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία από τη σύγκρουση ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν θα μπορούσαν να είναι πολύ σημαντικές εάν η κλιμάκωση είναι παρατεταμένη, καθώς ο πληθωρισμός θα μπορούσε να ενισχυθεί σημαντικά και η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί, επισημαίνουν οικονομολόγοι και αναλυτές. Οπως διαμηνύει και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, όλα θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια της σύγκρουσης, ενώ το βέβαιο είναι ότι η πολεμική εμπλοκή αποτελεί ένα σοκ από την πλευρά της προσφοράς.
Ο μεγαλύτερος αντίκτυπος για όλες τις οικονομίες και τις αγορές γενικότερα από τη σύγκρουση είναι μέσω των τιμών της ενέργειας, επομένως οι διατηρήσιμα υψηλότερες τιμές ενέργειας θα αυξήσουν το κόστος παραγωγής στην Ελλάδα, θα προσθέσουν ανοδική πίεση στον πληθωρισμό και ενδεχομένως θα διαταράξουν τις αλυσίδες προμηθειών και τις εμπορικές ροές, επηρεάζοντας το κλίμα για επιχειρήσεις και καταναλωτές. Παράλληλα, σε περίπτωση παρατεταμένων εχθροπραξιών ή και ευρύτερης περιφερειακής κλιμάκωσης, ο τουριστικός τομέας θα πληγεί επίσης, καθώς αναπόφευκτα θα υπάρξει επιβράδυνση των εισερχομένων τουριστικών ροών. Ακόμη μεγαλύτερες επιπτώσεις θα μπορούσαν να προκύψουν από μια παρατεταμένη αναστολή της θαλάσσιας κυκλοφορίας μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Πολλά, συνεπώς, θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης. «Η ένταση των επιπτώσεων στην ελληνική οικονομία θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και την ένταση της πολεμικής εμπλοκής και ιδιαίτερα εάν συμμετέχουν και άλλες χώρες», όπως σημειώνει στην «Κ» ο κ. Στουρνάρας. «Οπως κάθε πολεμική εμπλοκή που επηρέασε τη ροή του πετρελαίου, και αυτή αποτελεί ένα σοκ από την πλευρά της προσφοράς, όπου τα βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα είναι η άνοδος των τιμών και η μείωση του εμπορίου και της παραγωγής», επισημαίνει ο διοικητής της ΤτΕ. «Προς το παρόν δεν μπορούμε να πούμε κάτι περισσότερο εφόσον υπάρχει πολύ μεγάλη αβεβαιότητα για τη διάρκεια της εμπλοκής», τονίζει ο κ. Στουρνάρας προσθέτοντας ότι «είναι πολύ νωρίς για το τι επιπτώσεις μπορεί να έχουν οι εξελίξεις και στη νομισματική πολιτική».
Ρευστή κατάσταση
Προς το παρόν, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η σύγκρουση, όπως και οι επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία, θα είναι βραχύβιες. «Αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλά σενάρια στο τραπέζι, δεδομένης της ρευστότητας της κατάστασης και της ακόμη σημαντικής αβεβαιότητας σχετικά με το σημείο στο οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα θεωρήσουν ότι οι στόχοι τους έχουν επιτευχθεί», σημειώνει στην «Κ», ο οικονομολόγος της Oxford Economics, Πάολο Γκρινιάνι. «Προς το παρόν, υποθέτουμε έναν προσωρινό αντίκτυπο με την τιμή του πετρελαίου κοντά στα 80 δολάρια το βαρέλι το επόμενο τρίμηνο, αλλά με επιστροφή στα επίπεδα του Ιανουαρίου κοντά στα 65 δολάρια μέχρι το καλοκαίρι», υποστηρίζει. «Σ’ αυτή την περίπτωση ο αντίκτυπος στον πληθωρισμό της Ελλάδας θα είναι μέτριος, περίπου 0,2%-0,3%, ενώ ο αντίκτυπος στην αύξηση του ΑΕΠ θα είναι αμελητέος, πιθανώς λιγότερο από 0,1%», εκτιμά ο κ. Γκρινιάνι.
Η διάρκεια των συγκρούσεων αποτελεί το «κλειδί» για το εύρος των συνεπειών, τονίζει στην «Κ» ο διοικητής της ΤτΕ Γ. Στουρνάρας.
Οπως υπογραμμίζει στην «Κ» και ο Νίκος Μαγγίνας, επικεφαλής οικονομολόγος της Εθνικής Τράπεζας, «στο βασικό μας σενάριο που οι αναταράξεις διαρκούν για λίγες εβδομάδες και επιτυγχάνεται ενός είδους εκεχειρία, οι επιδράσεις στην ελληνική οικονομία θα είναι πολύ περιορισμένες – παρότι η πιθανή περίοδος αναταράξεων θα μπορούσε να προσεγγίσει την πασχαλινή περίοδο». Ωστόσο, όπως τονίζει, σε ένα περιβάλλον αλλεπάλληλων κραδασμών και εκπλήξεων απαιτείται υψηλός βαθμός εγρήγορσης και δεν θα πρέπει να προεξοφλείται η προσαρμοστικότητα της διεθνούς οικονομίας υπό κάθε σενάριο. «Σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας είναι περισσότερο ευάλωτη σε δυσμενείς εξελίξεις στο ενεργειακό πεδίο αλλά και στην περιφερειακή εφοδιαστική αλυσίδα, με δεδομένη την αδράνεια του εγχώριου πληθωρισμού και τις πιέσεις κόστους στις ενεργοβόρες βιομηχανίες, ακόμη και υπό συνθήκες χαμηλών τιμών ορυκτών καυσίμων».
Το αρνητικό σενάριο
Σε περίπτωση που οι επιπτώσεις είναι παρατεταμένες, ο αντίκτυπος σε ΑΕΠ και οικονομία θα είναι σίγουρα έντονος. «Μια τυχόν σημαντική αύξηση των τιμών ενέργειας θα πρέπει να θεωρούμε σχεδόν σίγουρο ότι θα επηρεάσει αυξητικά τον πληθωρισμό και είναι πολύ πιθανόν να μετριάσει τον ρυθμό ανάπτυξης κοντά στα επίπεδα του 1,5%», επισημαίνει στην «Κ» ο επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας Πειραιώς Ηλίας Λεκκός.
Οπως υποστηρίζει και η Optima Research, η Ελλάδα είναι εισαγωγέας ενεργειακών αγαθών, κατά συνέπεια οποιαδήποτε αύξηση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου επηρεάζει αρνητικά το ΑΕΠ μέσω της αύξησης των εισαγωγών. Σύμφωνα με την ανάλυση της Optima, η επίδραση στο ελληνικό ΑΕΠ είναι 0,15% για κάθε αύξηση της τιμής πετρελαίου κατά 10 δολάρια/βαρέλι.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2026 έχει καταρτιστεί με υπόθεση μέσης τιμής πετρελαίου τα 62,4 δολ. το βαρέλι, ενώ προβλέπει ανάπτυξη περίπου 2,4% και πληθωρισμό 2,2%. Σύμφωνα με ένα δυσμενές σενάριο (με βάση το Oxford Economic Model), όπου θα σημειωθεί αύξηση των τιμών του πετρελαίου κατά 40 δολ. το βαρέλι καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026, –θα κινηθεί δηλαδή σε επίπεδα άνω των 100 δολαρίων–, ο ρυθμός ανάπτυξης περιορίζεται στο 1,9%, ενώ αναμένεται σημαντική μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης (κατά 0,7% σε σχέση με το βασικό σενάριο), καθώς και μείωση των επενδύσεων (κατά 0,9% σε σχέση με το βασικό σενάριο). Ταυτόχρονα, η μεγάλη αύξηση της τιμής του πετρελαίου οδηγεί σε ισχυρότατες πληθωριστικές πιέσεις, με τον δείκτη τιμών καταναλωτή να αυξάνεται κατά 4,7% έναντι 2,2% στο βασικό σενάριο.
Οι επιπτώσεις σε ελληνικές ενεργειακές και λιμάνια
Η νέα περίοδος κλιμάκωσης της κρίσης στη Μέση Ανατολή πιθανότατα θα είναι μεγαλύτερης εμβέλειας από αυτήν που βιώσαμε το προηγούμενο καλοκαίρι. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο επικεφαλής οικονομολόγος της Εθνικής Τράπεζας κ. Μαγγίνας, η σύγκρουση διαδραματίζεται σε μία περίοδο που η περιφερειακή βαρύτητα του Ιράν έχει αποδυναμωθεί και, παράλληλα, η διεθνής οικονομία και οι αγορές έχουν εκπλήξει με την προσαρμοστικότητά τους τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τον οικονομολόγο, η πιθανότητα να παραμείνει στην εξουσία η υφιστάμενη ή μία ακόμη πιο ριζοσπαστική κυβέρνηση χρησιμοποιώντας με αποσπασματικό τρόπο το εναπομείναν οπλοστάσιο που διαθέτει, συνιστά και τη βασικότερη απειλή. «Σε αυτό το σενάριο οι πιέσεις στο ενεργειακό κόστος και στην εφοδιαστική αλυσίδα θα ήταν σημαντικότερες. Οι συνθήκες θα μπορούσαν να χειροτερέψουν περαιτέρω αν το Ιράν επιτύγχανε, έστω και με αντισυμβατικές μεθόδους, να πλήξει ενεργειακές υποδομές κορυφαίων εξαγωγικών χωρών πετρελαίου και φυσικού αερίου στην περιοχή», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα και με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Τράπεζας Πειραιώς, Ηλία Λεκκό, «εάν δεχτούμε ως δεδομένη τη ρήση του μεγάλου θεωρητικού των πολεμικών συγκρούσεων Κλάουζεβιτς «ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», τότε συμπεραίνουμε ότι εάν σκοπός των ΗΠΑ με τις πολεμικές εξελίξεις είναι η άσκηση πιέσεων στο Ιράν για άμεση επίτευξη συνθήκης ειρήνης στην περιοχή, το όλο συμβάν μπορεί να αφήσει ελάχιστο έως και μηδενικό αποτύπωμα στην παγκόσμια οικονομία». Εναλλακτικά, όπως επισημαίνει ο οικονομολόγος, εάν η στρατιωτική σύρραξη στην περιοχή είναι μακροχρόνια, χωρίς ορατό αποτέλεσμα ή χωρίς απτά πολιτικά οφέλη, οι επιπτώσεις για την παγκόσμια οικονομία θα είναι σημαντικές. «Η οικονομία των ΗΠΑ –μια σχετικά κλειστή οικονομία με σημαντικές εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου– θα είναι σχετικά προφυλαγμένη», εκτιμά ο κ. Λεκκός. Στον αντίποδα, «η ευρωπαϊκή οικονομία –μια ανοικτή οικονομία που βασίζεται στο διεθνές εμπόριο και με τεράστιες ανάγκες εισαγωγής ενέργειας– είναι πολύ πιθανόν να απολέσει την πρόσφατη θετική δυναμική της».
Σε αυτό το πλαίσιο, αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα είναι η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. «Εάν η ΕΚΤ θεωρήσει ότι ο πληθωρισμός οφείλεται στο αρνητικό σοκ προσφοράς ενέργειας είναι πολύ πιθανόν να αγνοήσει τις πληθωριστικές πιέσεις και να αφήσει τα επιτόκια αμετάβλητα. Εάν ωστόσο θεωρήσει ότι υπάρχει κίνδυνος δευτερογενών πληθωριστικών πιέσεων και αύξησης μισθολογικών διεκδικήσεων, πολύ πιθανόν να προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων επιδεινώνοντας την κατάσταση ακόμα περισσότερο», εκτιμά ο επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας Πειραιώς.
Παράλληλα, σε περίπτωση που η σύγκρουση είναι παρατεταμένη, αυτό θα έχει πολλαπλές και διαφορετικές επιπτώσεις για τις ελληνικές τράπεζες και τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Οπως επισημαίνει η Optima Research, οι ελληνικές τράπεζες επιδιώκουν ενεργά την ανάπτυξη στις αγορές της Μέσης Ανατολής μέσω έργων ενέργειας, υποδομών και ακινήτων σε όλη την περιοχή. Ο γεωπολιτικός κίνδυνος επιβραδύνει άμεσα τα σχέδιά τους για την περιφερειακή επέκταση και την αναμενόμενη συναλλακτική δραστηριότητα. Κατά τη χρηματιστηριακή, η Eurobank και η Alpha Bank είναι οι πιο εκτεθειμένες, δεδομένης της σημαντικής παρουσίας τους στην Κύπρο.
Ο γεωπολιτικός κίνδυνος επιβραδύνει άμεσα τα σχέδια των τραπεζών για την περιφερειακή επέκταση και την αναμενόμενη συναλλακτική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής του τμήματος ανάλυσης της AXIA – Alpha Finance, Κωνσταντίνο Ζούζουλα, για τα διυλιστήρια, όπως η HELLENiQ ENERGY και η Motor Oil, οι διαδρομές και οι προμήθειες πιθανότατα θα κατευθυνθούν σε εναλλακτικές λύσεις σε περίπτωση παράτασης της κατάστασης στη Μ. Ανατολή. Βραχυπρόθεσμα, αυτό σχετίζεται περισσότερο με τη Motor Oil παρά με τη HELLENiQ ENERGY. Με βάση αυτό, η αστάθεια των τιμών του πετρελαίου θα οδηγήσει επίσης σε υψηλότερες συναλλαγές και, σε περίπτωση που οι τιμές του πετρελαίου κινηθούν υψηλότερα, σε κέρδη αποθεμάτων και για τις δύο εταιρείες. Παράγοντες προσφοράς λόγω της σπανιότητας των πηγών θα μπορούσαν επίσης να οδηγήσουν σε υψηλότερες τελικές τιμές και, κατά συνέπεια, σε υψηλότερα περιθώρια κέρδους.
Στον ευρύτερο ενεργειακό κλάδο, σύμφωνα με τον κ. Ζούζουλα, οι υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου αναμένεται να ενισχύσουν τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, με βραχυπρόθεσμα θετική επίδραση για καθετοποιημένους ομίλους, όπως η ΔΕΗ και η Metlen, αλλά και για ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Motor Oil και HELLENiQ ENERGY. Ωστόσο, οι παρατεταμένα υψηλές τιμές ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυξημένες ληξιπρόθεσμες οφειλές και πιέσεις στις εισπράξεις.
Οσον αφορά τα λιμάνια, οι βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις τόσο στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς όσο και στον Οργανισμό Λιμένος Θεσσαλονίκης θα είναι περιορισμένες εάν η σύγκρουση είναι περιορισμένη. Οι συνεχιζόμενες διαταραχές στην Ερυθρά Θάλασσα έχουν ήδη οδηγήσει σε αναδρομολόγηση εμπορευμάτων μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, παρακάμπτοντας έτσι τη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, για τον ΟΛΠ, μια κλιμάκωση της σύγκρουσης θα μπορούσε να έχει άμεσο και αρνητικό αντίκτυπο στη ζήτηση και την κερδοφορία στους τερματικούς σταθμούς κρουαζιέρας και επιβατών.
Κατά την Axia-Alpha Finance, υπάρχουν πάντως εισηγμένες που οι επενδυτές θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι έχουν περιορισμένη έκθεση στη σύγκρουση, ακόμη και σε σενάρια κλιμάκωσης, και έχουν πιο αμυντικά χαρακτηριστικά. Αυτές, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν τον ΟΤΕ, τον ΟΠΑΠ, την Jumbo, τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, τη Cenergy, τον ΑΔΜΗΕ και την ΕΥΔΑΠ.

