Τα μέτρα που ελήφθησαν για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και η μεγαλύτερη χρήση των ηλεκτρονικών συναλλαγών οδήγησαν στη δημιουργία των πλεονασμάτων τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με το εβδομαδιαίο δελτίο της Alpha Bank, oι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας συνεχίστηκαν το 2025, με το πρωτογενές πλεόνασμα –που δεν περιλαμβάνει πληρωμές τόκων– να διευρύνεται σε 12 δισ. ευρώ (2024: ευρώ 11,5 δισ.) και το πλεόνασμα στο ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης (Γ.Κ.) να διαμορφώνεται σε 5 δισ. ευρώ, ελαφρώς χαμηλότερα έναντι του 2024.
Η διατήρηση ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων, σε μία περίοδο μάλιστα κατά την οποία η μεγάλη πλειονότητα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.-27) αναμένεται να καταγράψει ελλείμματα, ενισχύει σύμφωνα με την Alpha Bank τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας, αναδεικνύοντας τα δημόσια οικονομικά σε ισχυρό πλεονέκτημα της ελληνικής οικονομίας. Το γεγονός αυτό αντανακλάται στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από όλους, πλέον, τους κύριους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Μεταξύ των βασικών παραγόντων που συνέβαλαν στην επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων είναι τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής (π.χ. επέκταση της υποχρεωτικής χρήσης POS και σύνδεση απευθείας με την ΑΑΔΕ) αλλά και η μεγαλύτερη –σε σύγκριση με το παρελθόν– χρήση των ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Οι δύο αυτοί παράγοντες έχουν συνδυαστικά οδηγήσει σε διεύρυνση της φορολογικής βάσης και άνοδο των εσόδων από ΦΠΑ και φόρο εισοδήματος. Τούτο, όπως υποστηρίζουν οι οικονομολόγοι της Τράπεζας, είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς καταδεικνύει μια σταθερή βελτίωση των φορολογικών εσόδων, η οποία, σύμφωνα με τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την υιοθέτηση παρεμβάσεων με σκοπό την αξιοποίηση του δημοσιονομικού χώρου που δημιουργείται.
Αξιοσημείωτη είναι η μεγάλη άνοδος της χρήσης των καρτών ως μέσου συναλλαγών που καταγράφεται από το 2015. Συγκυριακοί παράγοντες (επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων και πανδημία) αλλά και η εξοικείωση των καταναλωτών με τη χρήση των καρτών είχαν ως αποτέλεσμα το ποσοστό της αξίας των συναλλαγών με κάρτα στην κατανάλωση των νοικοκυριών να ανέλθει από 5,1% το 2014 σε 40,8% το 2024 και περαιτέρω σε 41,6% το πρώτο εξάμηνο του 2025, υψηλότερα έναντι του μέσου όρου της Ε.Ε.-27.
Η χρήση των καρτών έχει ισχυρή αρνητική συσχέτιση με το «κενό» ΦΠΑ (VAT Gap), που αποτελεί έναν δείκτη απώλειας εσόδων ΦΠΑ και ο οποίος μειώθηκε από 26,7% το 2014 σε 9% το 2024, υποδηλώνοντας σημαντική ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης και της αποτελεσματικότητας του εισπρακτικού μηχανισμού.
Παράλληλα, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, τα τελευταία χρόνια διευρύνεται η χρήση καρτών σε διάφορες κατηγορίες συναλλαγών, όπως π.χ. παροχή υπηρεσιών εστίασης, ανθρώπινης υγείας και προσωπικής φροντίδας. Ωστόσο, τα μερίδια των κατηγοριών αυτών στη συνολική αξία των συναλλαγών με κάρτα εξακολουθούν να είναι συγκριτικά χαμηλά, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο των σούπερ μάρκετ και λοιπών καταστημάτων τροφίμων ανέρχεται σε 25%.

