Η Επιτροπή των Φορέων της Αγοράς στο υπουργείο Οικονομικών ζητάει την πλήρη αποδοχή της τροπολογίας που έχει καταθέσει για τα υπέρμετρα πρόστιμα του άρθρου 53 του νέου ΚΦΔ για εκπρόθεσμες μηδενικές και πιστωτικές δηλώσεις σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς.
Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, η Επιτροπή των Φορέων της Αγοράς στο υπουργείο Οικονομικών, στο πλαίσιο του έργου της ως διαύλου επικοινωνίας ανάμεσα στην πολιτεία και τους κοινωνικούς φορείς για θέματα φορολογικής πολιτικής, έχει από τον Νοέμβριο 2025 υποβάλει σχετικό υπόμνημα προς τον υπουργό και τον υφυπουργό Οικονομικών, καθώς και τον διοικητή της ΑΑΔΕ.
Με την τροπολογία-παρέμβασή της στο επίμαχο άρθρο 53 του ΚΦΔ – ν. 5104/2024 υπογραμμίζει την ανάγκη για αναλογικότητα και ασφάλεια δικαίου και ζητάει να μην επιβάλλονται τα υπέρμετρα πρόστιμα (250/500 ευρώ και μάλιστα αναδρομικά) σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς, που ήταν 100 ευρώ ή και μηδενικά όταν μια δήλωση παρακρατούμενων φόρων ή ΦΠΑ είναι εκπρόθεσμη, αλλά ωστόσο είναι μηδενική ή πιστωτική. Αυτό (100 ευρώ ή μηδέν πρόστιμο) προέβλεπαν για τις ίδιες περιπτώσεις οι προηγούμενοι νόμοι και συγκεκριμένα οι ν. 4174/2013 και ν. 4987/2022 στο άρθρο 54.
Πρόκειται για ένα φλέγον ζήτημα, το οποίο σε εφαρμογή των διατάξεων επανακωδικοποίησης του ΚΦΔ, σε συνδυασμό με την ερμηνεία τους όσον αφορά τις διαδικαστικές παραβάσεις που προβλέπει το άρθρο 53 από την ΑΑΔΕ με τη σχετική εγκύκλιο και οδηγίες, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στον επιχειρηματικό κόσμο.
Οι αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες εφαρμόζοντας τις οδηγίες της σχετικής εγκυκλίου κοινοποιούν τα εν λόγω πρόστιμα, με συνέπεια οι επιχειρήσεις να υποβάλλονται σε άσκοπες και περιττές δαπάνες για να βρουν έννομη προστασία ασκώντας τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα με υποχρεωτική προτεραιότητα στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), μη μπορώντας μεταξύ άλλων να έχουν φορολογική ενημερότητα για την ομαλή λειτουργία τους. Σύμφωνα και με την αρθρογραφία έγκριτων νομικών στο φορολογικό δίκαιο, οι εν λόγω διατάξεις χαρακτηρίζονται από «αδόκιμη διατύπωση νομοτεχνικά», σε σχέση με το αντίστοιχο άρθρο 54 του προϊσχύσαντος ΚΦΔ.
Η αφετηρία αυτή προδήλως δυσχεραίνει και αφήνει περιθώριο διαφοροποιημένων ερμηνειών, με έντονη κριτική για το κατά πόσον η διοίκηση ερμήνευσε διασταλτικά τον νόμο και δη επί το αυστηρότερον, έστω κι αν αυτός πάσχει, γεγονός που δεν βρίσκει πλήρη νομοθετική ενίσχυση με τις θεμελιώδεις αρχές δικαίου και την πάγια νομολογία του ΣτΕ.
Στις επισημάνσεις γίνεται αναφορά για το ότι όταν μια δήλωση δεν δημιουργεί φορολογική υποχρέωση, η επιβολή υψηλών προστίμων για καθυστέρηση δεν υπηρετεί ούτε τη φορολογική συμμόρφωση ούτε το δημόσιο συμφέρον.
Αντιθέτως θίγει θεμελιώδεις αρχές, όπως η αναλογικότητα και η ασφάλεια δικαίου, που αποτελούν πυλώνες κάθε σύγχρονου φορολογικού συστήματος.
Σύμφωνα με τις απόψεις της Επιτροπής των Φορέων της Αγοράς, η ερμηνεία της φορολογικής διοίκησης είναι πάντοτε σεβαστή και ευπρόσδεκτη, ωστόσο δεν μπορεί να εισάγει νέες ρυθμίσεις που υπερβαίνουν τον νόμο και οσάκις αυτός πάσχει από «κακή» νομοτεχνική διατύπωση, οφείλει η πολιτεία να τον διορθώνει.
Δηλαδή ίσχυε μια πάγια πρακτική για δηλώσεις που, με τη φύση τους, δεν επιβαρύνουν τον φορολογούμενο με φόρο, ούτε ζημιώνεται το κράτος.
Επιπροσθέτως, στο υπόμνημα οι φορείς της αγοράς σημειώνουν ότι επιθυμία όλων μας είναι να υπάρξει νομοθετική σαφήνεια στα σημεία που αφορούν τα εν λόγω άδικα και άσκοπα πρόστιμα, και εν κατακλείδι ζητούμενο είναι να λάβουμε υπόψη και το παράγγελμα του νομοθέτη, επί του ν. 5104/2024 για «Δικαιότερη αντιμετώπιση των φορολογουμένων και ενίσχυση της αγοράς».
Επιπλέον, η επιτροπή στη διατύπωση της τροπολογίας έχει συμπεριλάβει και το γνωστό θέμα της επέκτασης της ισχύουσας διάταξης (παρ. 7 του άρθρου 53 του ΚΦΔ), ώστε η λύση που έδωσε η κυβέρνηση, με το όριο των 100 ευρώ στον φόρο εισοδήματος, να ισχύει και για εκπρόθεσμες αρχικές ή τροποποιητικές δηλώσεις παρακρατούμενων φόρων.
Ενόψει της ρύθμισης που έρχεται, η επιτροπή συνεδρίασε επειγόντως και ζητάει να γίνει δεκτή σε όλα τα σημεία η τροπολογία που έχει καταθέσει.
Προς αυτή την κατεύθυνση εκτιμάται ότι το υπουργείο Οικονομικών και η ΑΑΔΕ με το σχέδιο της νομοθετικής ρύθμισης που πρόκειται να εισαχθεί στη Βουλή προβλέπουν την επανεξέταση επί το ορθότερον και το δικαιότερον των εν λόγω διατάξεων και συνεπώς την ανάγκη νέων οδηγιών από την ΑΑΔΕ, με στόχο να κατοχυρωθεί η προστασία του φορολογουμένου και να περιοριστεί η δυνατότητα υπέρμετρων προστίμων.
*Ο κ. Γιώργος Χριστόπουλος είναι φοροτεχνικός – οικονομολόγος, με συγγραφική και διδακτική εμπειρία, επιστημονικός συνεργάτης του Taxheaven, πρόεδρος της Διαρκούς Επιστημονικής Επιτροπής Φορέων της Αγοράς στο υπουργείο Οικονομικών, μέλος της Mental Group – Γ. Χριστόπουλος και Συνεργάτες,τ. καθηγητής Φορολογίας και Λογιστικής ΤΕΙ.

