Η χθεσινή συμφωνία της ελληνικής πολιτείας με την κοινοπραξία της Chevron και της HELLENiQ ENERGY για τη μίσθωση τεσσάρων θαλάσσιων περιοχών σε Πελοπόννησο και Κρήτη, που στην πράξη σχεδόν διπλασιάζουν τον διαθέσιμο προς εξερεύνηση ελληνικό χώρο, θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να αποτελέσει ιστορικής σημασίας εξέλιξη. Γιατί η χώρα μας, εκτός από διαμετακομιστής ενδεχομένως και διαθέτης ενέργειας, δύναται να μετεξελιχθεί και σε παραγωγό.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η Ελλάδα ήταν αποκλειστικά και μόνο αγοραστής υδρογονανθράκων, και μάλιστα συγκριτικά με την πιο ώριμη αγορά της κεντρικής Ευρώπης σε αρκετά υψηλότερες τιμές. Η γεωγραφική μας θέση σε αυτή την περίπτωση είχε καταστεί τρόπον τινά κατάρα, γιατί συνολικά η περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης ήταν, αφενός, αποκομμένη από το σύστημα της κεντρικής Ευρώπης, αφετέρου, βαθιά εξαρτημένη από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η συμμετοχή της Ελλάδας στον διαδριατικό αγωγό (TAP), που μεταφέρει αζερικό φυσικό αέριο μέσω Τουρκίας στην Ευρώπη, αποτέλεσε το πρώτο βήμα, όμως σε καμία περίπτωση αυτό δεν ήταν αρκετό, παρά μόνο αν η Ελλάδα κατάφερνε να καταστεί σημείο αναφοράς για τους βόρειους γείτονές της. Ο διασυνδετήριος Ελλάδας – Βουλγαρίας (IGB) ήταν το επόμενο βήμα, αλλά και πάλι δεν μπορούσαν να εξασφαλιστούν μεγαλύτερες ποσότητες για να διευρύνουν τις δυνατότητές του, πέραν της Βουλγαρίας. Το φυσικό αέριο της Ανατολικής Μεσογείου ήταν μια επιλογή προσθήκης, εντούτοις δεν είχε προκύψει κάποια σχετική συμφωνία, ενώ η Ρωσία μέσω του TurkStream, άρα με τουρκική συνδρομή, επιχειρούσε να εγκλωβίσει τις περισσότερες από τις χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης στις δαγκάνες της.
Με τον κάθετο άξονα να αποτελεί πλέον game changer, αλλάζει η φύση των συμπράξεων στην ευρύτερη περιοχή, η Ελλάδα γίνεται πύλη εισόδου LNG, κυρίως αμερικανικού, ενώ σε λίγο καιρό θα τροφοδοτεί με φυσικό αέριο και τη Βόρεια Μακεδονία. Ομως, το εν λόγω project των κάθετων διασυνδέσεων έχει αρκετές συνθετότητες, γιατί καλείται να ενώσει και να «γεμίσει» πολλά δίκτυα διαφορετικών κρατών, που σήμερα λειτουργούν μεταφέροντας φυσικό αέριο άλλης προέλευσης, ενώ προσώρας αντιμετωπίζει και τον ανταγωνισμό του αρκετά φθηνότερου φυσικού αερίου που προσφέρει η Μόσχα, κάτι που θα εκλείψει μετά το 2027. Η έντονη αμερικανική επιθυμία αποτελεί εγγύηση στον βαθμό που μπορούμε να εμπιστευτούμε και να θεωρήσουμε αξιόπιστες τις Ηνωμένες Πολιτείες του Τραμπ, ο οποίος πάντως ορίζει πολύ μεγάλο μέρος της πολιτικής του με βάση τα ενεργειακά συμφέροντα.
Σήμερα μπορούμε να είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι ότι σε βάθος 4 έως 6 ετών θα γνωρίζουμε με ακρίβεια και θα αρχίσουμε την άντληση του ορυκτού πλούτου που βρίσκεται στο υπέδαφός μας. Χρονικά προηγείται το Ιόνιο, εντούτοις τα μεγαλύτερα εκτιμώμενα αποθέματα φαίνεται να βρίσκονται νοτίως της Κρήτης.
Η διαδικασία δεν είναι απλή και απαιτείται ισχυρή δέσμευση και αποτελεσματικότερη λειτουργία του συνόλου των δομών της ελληνικής πολιτείας, συμπεριλαμβανομένων και των δικαστικών αρχών, όμως είναι σοβαρές οι πιθανότητες η Ελλάδα να παράγει φυσικό αέριο, το οποίο αποτελεί το καύσιμο μετάβασης προς την πράσινη ενέργεια. Η Ευρώπη, υπό την ασφυκτική πίεση του Τραμπ, έχει προσαρμοστεί στην πραγματικότητα που αρνούνταν να αποδεχθεί, ότι δηλαδή για αρκετά χρόνια θα εξαρτιόμαστε από τις πιο παραδοσιακές μορφές ενέργειας, ειδικότερα το φυσικό αέριο. Στην περίπτωσή μας, ανάλογα με τις ποσότητες και τη χρονική διάρκεια εκμετάλλευσης, ελπίζουμε να καταστούμε από παραγωγός ενέργειας, εξασφαλίζοντας για δεκαετίες την εγχώρια αγορά και ελαχιστοποιώντας τις πελατειακές εξαρτήσεις, έως και εξαγωγέας, αναβαθμίζοντας έτι περαιτέρω τη θέση μας στον ενεργειακό χάρτη και σταθεροποιώντας σχετικά τη βόρεια γειτονιά μας ώστε να περιοριστεί το αποτύπωμα τρίτων. Επίσης, το εγχώριο φυσικό αέριο θα προσφέρει και την απαραίτητη γραμμή βάσης για μεγαλύτερο μερίδιο των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή.
* O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

