«Τουρισμός δεν σημαίνει οικονομία του καφέ»

Ο «λογιστικός» μύθος του εμπορικού ελλείμματος και η άνοδος της μεταποίησης - Μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ ανατρέπει την κυρίαρχη αφήγηση περί «οικονομίας του καφέ»

3' 29" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η επιμονή του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, και ειδικότερα η διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος, αποτελεί τα τελευταία έτη μόνιμη πηγή προβληματισμού για τους θεσμικούς αναλυτές, τροφοδοτώντας την πεποίθηση πως η ελληνική οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο χαμηλής παραγωγικότητας. Ωστόσο, μια νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ Intelligence έρχεται να ανατρέψει ριζικά την κυρίαρχη αφήγηση περί διατήρησης του «παλαιού παραγωγικού υποδείγματος» και της υποτιθέμενης μετάπτωσης της χώρας σε μια «οικονομία του καφέ». Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, το υψηλό εμπορικό έλλειμμα δεν συνιστά ένδειξη παραγωγικής αποτυχίας, αλλά αποτελεί το αναπόφευκτο λογιστικό και μακροοικονομικό αποτέλεσμα των υψηλών πλεονασμάτων που καταγράφει η χώρα στις υπηρεσίες και στις εισροές κεφαλαίων.

Η κεντρική θέση της ανάλυσης εστιάζεται στον μηχανισμό προσδιορισμού του εξωτερικού ισοζυγίου. Το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας, το οποίο έφτασε στα 35,67 δισ. ευρώ το 2024, δεν οφείλεται σε έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, αλλά προσδιορίζεται «μηχανιστικά» από το πλεόνασμα του αθροίσματος των λοιπών ισοζυγίων. Συγκεκριμένα, η αύξηση του ελλείμματος καθρεφτίζει την ενίσχυση του πλεονάσματος στο ισοζύγιο υπηρεσιών, που ανήλθε σε 22,68 δισ. ευρώ το 2024, και κυρίως την εκρηκτική άνοδο του πλεονάσματος στον λογαριασμό κεφαλαίων στα 14,37 δισ. ευρώ, έναντι μόλις 4,99 δισ. το 2018. Οσο αυξάνονται οι εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό, ενισχύονται η ρευστότητα και το διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών και επιχειρήσεων, οδηγώντας νομοτελειακά σε αύξηση της εγχώριας δαπάνης και των εισαγωγών, ανεξάρτητα από την πορεία των εξαγωγών.

Η μελέτη αποδομεί με εμπειρικά δεδομένα τη θεωρία της «οικονομίας του καφέ», η οποία υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη βασίζεται μονομερώς σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Παρότι η απασχόληση στους κλάδους καταλυμάτων και εστίασης αυξήθηκε κατά 55% την περίοδο 2013-2024, ο τομέας αυτός συνεισέφερε το 19% των νέων θέσεων εργασίας και όχι το ήμισυ, όπως συχνά αναφέρεται στον δημόσιο διάλογο. Στον αντίποδα, η μεταποιητική βιομηχανία πρόσθεσε 93.000 νέες θέσεις εργασίας, σημειώνοντας αύξηση 29%, ενώ η συνολική αύξηση της απασχόλησης στην οικονομία ανήλθε σε 763.000 άτομα.

«Τουρισμός δεν σημαίνει οικονομία του καφέ»-1
Παρότι η απασχόληση στους κλάδους καταλυμάτων και εστίασης αυξήθηκε κατά 55% την περίοδο 2013-2024, ο τομέας συνεισέφερε το 19% των νέων θέσεων εργασίας και όχι το ήμισυ, όπως συχνά αναφέρεται. Το ίδιο διάστημα, η βιομηχανία πρόσθεσε 93.000 νέες θέσεις, σημειώνοντας αύξηση 29%. [SHUTTERSTOCK]

Επιπλέον, τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η ελληνική οικονομία μετατοπίζεται ήδη σε ένα νέο πρότυπο εξωστρέφειας. Οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 7% την περίοδο 2009-2024, επίδοση που υπερβαίνει σαφώς τον ρυθμό αύξησης των τουριστικών εσόδων (5%). Παράλληλα, η μεταποιητική παραγωγή καταγράφει σταθερή άνοδο με ρυθμό 3% ετησίως την περίοδο 2013-2024, υψηλότερο από τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Η δυναμική αυτή υποστηρίζεται από την ενίσχυση των επενδύσεων σε μηχανολογικό και τεχνολογικό εξοπλισμό, οι οποίες έφτασαν στα 16,55 δισ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 8,8% από το 2013.

Σε συγκριτικό επίπεδο, η περίπτωση της Ιταλίας είναι αποκαλυπτική. Η γειτονική χώρα διατηρεί εμπορικό πλεόνασμα όχι επειδή οι εξαγωγές της αυξάνονται ταχύτερα –αντιθέτως, ο ρυθμός αύξησης των ιταλικών εξαγωγών (4,2%) υπολείπεται του ελληνικού (7,8%) την περίοδο 2015-2024– αλλά λόγω της διαφορετικής δομής του ισοζυγίου πληρωμών. Η Ιταλία καταγράφει ελλείμματα στο ισοζύγιο υπηρεσιών και λειτουργεί ως καθαρός εξαγωγέας κεφαλαίων, στοιχείο που πιέζει τις εισαγωγές. Αντιθέτως, η Ελλάδα, ως οικονομία που προσελκύει επενδυτικά κεφάλαια, οδηγείται εκ των πραγμάτων σε λογιστικό έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, χωρίς αυτό να αναιρεί τη σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας που έχει επιτευχθεί.

Ωστόσο, η κατάρριψη των στερεοτύπων δεν συνεπάγεται εφησυχασμό. Ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ Ηλίας Κικίλιας ξεκαθαρίζει πως η ελληνική οικονομία δεν είναι χωρίς προβλήματα: «Υφίστανται σοβαρές αδυναμίες και δυσλειτουργίες στη λειτουργία των αγορών, στη θεσμική αποτελεσματικότητα, στην κατανομή των πόρων και στη σύνθεση των επενδύσεων που περιορίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες, τη δυνητική αύξηση της παραγωγικότητας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Η αντιμετώπισή τους όμως προϋποθέτει ακριβή διάγνωση – όχι στερεότυπα. Το αφήγημα της “οικονομίας του καφέ” και της “Ελλάδας της καφετέριας” δεν βοηθά στη χάραξη πολιτικής. Υποτιμά τις πραγματικές επιδόσεις της χώρας, απαξιώνει δυναμικούς εξαγωγικούς και παραγωγικούς κλάδους, και συγχέει μακροοικονομικά μεγέθη με δομικές αδυναμίες. Η πρόκληση δεν είναι να “αποδράσουμε” από μια ανύπαρκτη “οικονομία του καφέ”, αλλά να κεφαλαιοποιήσουμε τα πραγματικά επιτεύγματα της τελευταίας δεκαετίας και να αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό τα εξαιρετικά σοβαρά εναπομείναντα προβλήματα. Μόνον έτσι ο δημόσιος διάλογος καθίσταται νηφάλιος και μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση μιας κοινωνικά βιώσιμης αναπτυξιακής στρατηγικής».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT