Μια παλιά καραβάνα των τραπεζών, στο πρώτο άκουσμα της απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον μηνιαίο εκτοκισμό των δανείων του νόμου Κατσέλη, αναρωτιόταν γιατί δεν αποφάσισαν οι δικαστές την πλήρη απαλλαγή των συγκεκριμένων δανείων από οποιονδήποτε τόκο. Και μιλούσε κυριολεκτικά, καθώς τουλάχιστον η ρύθμιση με μηδενικό επιτόκιο εντάσσεται σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις στις διεθνώς αποδεχθείσες τραπεζικές πρακτικές. Αντιθέτως, ο μηνιαίος εκτοκισμός, αντί του συνήθους τοκοχρεολυτικού (στο σύνολο του δανείου) τρόπου υπολογισμού της δόσης, είναι κάτι που δύσκολα απαντά σε άλλη χώρα.
Προφανώς κανείς δεν αμφισβητεί ότι υπάρχουν νοικοκυριά που δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος των παλαιών δανείων και θα πάρουν μια μεγάλη ανάσα πληρώνοντας περίπου το ένα δέκατο των τόκων που πληρώνουν όλοι οι υπόλοιποι δανειολήπτες. Οπως επίσης ότι οι πρακτικές των εταιρειών διαχείρισης κόκκινων δανείων (servicers), στις οποίες ανήκουν κατά κύριο λόγο αυτά τα δάνεια, «λάμπουν» διά της αδιαφανούς λειτουργίας τους. Δεν αμφισβητεί κανείς και το γεγονός ότι η τελευταία «στέγη» του πολίτη που ψάχνει να βρει το δίκιο του είναι τα δικαστήρια, τις αποφάσεις των οποίων όλοι σεβόμαστε.
Η συγκεκριμένη, ωστόσο, απόφαση για τα περίπου 200.000-300.000 δάνεια του νόμου Κατσέλη, δηλαδή των διατάξεων του Πτωχευτικού Δικαίου που θεσπίστηκαν στην αρχή της κρίσης, το 2010, προκειμένου να προστατευθούν δικαστικώς οι αδύναμοι δανειολήπτες (και παρεισέφρησαν και πολλοί στρατηγικοί κακοπληρωτές), δημιουργεί πολλά νέα δεδομένα.
Πρώτα από όλα δημιουργεί μια αγορά δύο ταχυτήτων στην τραπεζική πίστη. Από τη μία οι συνεπείς δανειολήπτες, που αποπληρώνουν το δάνειο με το σύνολο των τόκων που αναλογούν στο κεφάλαιο. Από την άλλη όσοι έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Κατσέλη, με όρους σχεδόν άτοκους. Χωρίς να είναι σαφές αν θα επανεξεταστεί η αδυναμία τους, καθώς αυτή διαπιστώθηκε από δικαστήριο πριν από χρόνια. Σε μια εποχή, μάλιστα, που πολλοί συμπολίτες μας έχουν ανακάμψει.
Ενα άλλο πρόβλημα που δημιουργείται αφορά την αντιμετώπιση των δανειοληπτών που έχουν υπαχθεί στη μετεξέλιξη των πτωχευτικών ρυθμίσεων, όπως για παράδειγμα όσοι έχουν υπαχθεί στον εξωδικαστικό διακανονισμό των χρεών. Αυτοί δεν δικαιούνται ανάλογη ευνοϊκή μεταχείριση; Ή, ακόμη περισσότερο, όλοι οι δανειολήπτες που πληρούν τις βασικές προϋποθέσεις ευαλωτότητας. Γιατί να μην υπαχθούν και αυτοί στην απόφαση του Αρείου Πάγου;
Οι τράπεζες θα αντιδράσουν με τον μόνο τρόπο που γνωρίζουν, περιορίζοντας τον κίνδυνο. Πρακτικά αυτό σημαίνει αυστηρότερα κριτήρια έγκρισης, μεγαλύτερες απαιτήσεις για εξασφαλίσεις, περισσότερες απορρίψεις, σε μια εποχή που τα πιστοδοτικά κριτήρια των τραπεζών έδειχναν να χαλαρώνουν.

