Η λειψυδρία αποτελεί σοβαρό μακροοικονομικό κίνδυνο και όχι απλά περιβαλλοντικό ζήτημα, προειδοποιεί η UniCredit, επισημαίνοντας πως η Ελλάδα είναι μεταξύ των πιο εκτεθειμένων χωρών της Ευρώπης, καθώς απειλείται έως και το 30% του ΑΕΠ της σε περίπτωση ακραίων φαινομένων.
Η λειψυδρία δεν είναι κάτι καινούργιο στην Ευρώπη, επισημαίνει ο ιταλικός οίκος. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, το διάστημα 2000-2023 το 30% του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ενωσης και το 33% του πληθυσμού επηρεάστηκαν. Η έλλειψη νερού πλήττει όλο τον χρόνο τη Νότια Ευρώπη, με περίπου το 30% του πληθυσμού να ζει σε περιοχές με μόνιμη λειψυδρία, ενώ έως και το 70% σε περιοχές με εποχική θερινή λειψυδρία.
Η κλιματική αλλαγή αναμένεται να εντείνει τις εποχικές ελλείψεις νερού και τα ακραία φαινόμενα ξηρασίας, καθιστώντας απίθανη τη μείωση της λειψυδρίας έως το 2030, εκτιμά η UniCredit. Η ταχύτατη επέκταση των κέντρων δεδομένων για την υποστήριξη της τεχνητής νοημοσύνης εντείνει τη ζήτηση για νερό, δεδομένου ότι τα υπολογιστικά συστήματα των data centers χρειάζονται μεγάλες ποσότητες νερού για να ψυχθούν, αυξάνοντας την πίεση σε περιοχές που τα φαινόμενα της ξηρασίας είναι πιο συχνά.
Ανάλυση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών σε 169 χώρες δείχνει ότι η λειψυδρία σχετίζεται με ασθενή ανάπτυξη, υποτονικές επενδύσεις και υψηλό πληθωρισμό, ενώ σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έως και 24% της οικονομικής παραγωγής της Ε.Ε. θα μπορούσε να διατρέξει κίνδυνο σε ένα ακραίο σενάριο ξηρασίας (1% ετήσια πιθανότητα), επισημαίνει η UniCredit.
Ο αντίκτυπος ποικίλλει σημαντικά ανά χώρα. Οι περιοχές που χαρακτηρίζονται από εντατική βιομηχανική και γεωργική χρήση νερού, όπως το Βέλγιο, η Εσθονία, η βόρεια Γαλλία, η βόρεια Γερμανία, η βόρεια Ιταλία και η νότια Ισπανία, είναι ιδιαίτερα ευάλωτες οικονομικά εξαιτίας της κακής κατάστασης των υπόγειων υδάτων. Οι πιο εκτεθειμένες χώρες είναι η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, που αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο με έως και 30% του ΑΕΠ τους να απειλείται.
Τα παραπάνω ευρήματα «αναβαθμίζουν» τη λειψυδρία από έναν εξειδικευμένο περιβαλλοντικό δείκτη απόδοσης σε έναν βασικό «μοχλό» λειτουργικής ανθεκτικότητας – ειδικά για τομείς που συνδυάζουν υψηλή άμεση χρήση νερού και έκθεση στην κλιματική αλλαγή, επισημαίνει η UniCredit. Οι πιο εκτεθειμένες ομάδες περιλαμβάνουν τις αλυσίδες αξίας των αγροδιατροφικών προϊόντων, τη βιομηχανία, τις κατασκευές, τον τουρισμό και τις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας για τις οποίες η διαθεσιμότητα νερού επηρεάζει την αξιοπιστία της ψύξης και της παραγωγής. Οι ψηφιακές υποδομές αποτελούν επίσης ένα αναδυόμενο hotspot: Τα κέντρα δεδομένων που βασίζονται στην ΑΙ καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες νερού για ψύξη. Αυτό μπορεί να είναι ιδιαίτερα προβληματικό όταν οι εγκαταστάσεις βρίσκονται σε υδάτινες λεκάνες που είναι ήδη υπό πίεση.
Η εντατικοποίηση των συνθηκών λειψυδρίας στην Ευρώπη υπογραμμίζει τη σημασία της υιοθέτησης βιώσιμων πρακτικών χρήσης νερού και της προστασίας των διαθέσιμων υδάτινων πόρων, τονίζει ο ιταλικός οίκος. Αυτό απαιτεί επενδύσεις σε τομείς όπως η μείωση των διαρροών και η «έξυπνη» μέτρηση, η αποτελεσματική χρήση και επαναχρησιμοποίηση του νερού σε βιομηχανικές διεργασίες, ανθεκτικές πρακτικές άρδευσης, αναβαθμίσεις της επεξεργασίας λυμάτων και λύσεις που βασίζονται στη φύση. «Η λειψυδρία γίνεται ο καθοριστικός μακροοικονομικός κίνδυνος που σχετίζεται με τη φύση στην Ευρώπη: είναι ευρέως διαδεδομένος, εντείνεται και είναι οικονομικά σημαντικός», προειδοποιεί η UniCredit.

