Με «λογαριασμό» ΥΚΩ και τελικό αποδέκτη τον καταναλωτή «κλειδώνει» τελικά η λύση για τη διατήρηση ισχύος 500 MW σε καθεστώς ψυχρής εφεδρείας στο ηλεκτρικό σύστημα της Κρήτης, ακόμη και μετά την πλήρη λειτουργία της μεγάλης διασύνδεσης με την Αττική. Πρόκειται για το σύνολο των πετρελαϊκών μονάδων της ΔΕΗ στο νησί, καθώς και για τις μονάδες που έχει μισθώσει από την «Ηρων» και μεταφέρθηκαν από τη Βοιωτία, οι οποίες παραμένουν «στον πάγο» αλλά σε ετοιμότητα για ενεργοποίηση σε περίπτωση σοβαρής βλάβης των διασυνδέσεων ή άλλου απρόβλεπτου γεγονότος.
Αν και οι μονάδες αυτές έχουν κατεβάσει διακόπτες από τις 17 Δεκεμβρίου, με την έναρξη της εμπορικής λειτουργίας της διασύνδεσης Κρήτης – Αττικής, το κόστος διατήρησής τους σε κατάσταση ψυχρής εφεδρείας παραμένει ενεργό και υπολογίζεται σε 40-60 εκατ. ευρώ ετησίως. Το ποσό αυτό θα καλυφθεί εξ ολοκλήρου από τον Ειδικό Λογαριασμό Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), δηλαδή από τις χρεώσεις που πληρώνουν όλοι οι καταναλωτές στους λογαριασμούς ρεύματος.
Η επιβάρυνση αυτή είναι σαφώς μικρότερη σε σχέση με το κόστος που θα πλήρωναν οι καταναλωτές αν η Κρήτη συνέχιζε να ηλεκτροδοτείται αποκλειστικά από τις παλαιές θερμικές μονάδες. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΑΔΜΗΕ, οι διασυνδέσεις της Κρήτης αποφέρουν ετήσια εξοικονόμηση ΥΚΩ της τάξης των 400-600 εκατ. ευρώ, μειώνοντας δραστικά το διαχρονικό βάρος που σήκωναν οι καταναλωτές για την ηλεκτροδότηση των μη διασυνδεδεμένων νησιών.
Ωστόσο, το όφελος αυτό δεν μεταφράζεται –τουλάχιστον προς το παρόν– σε μειωμένες χρεώσεις ΥΚΩ στους λογαριασμούς. Το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και η αρμόδια ρυθμιστική αρχή (ΡΑΑΕΥ) φαίνεται να προσανατολίζονται στη διατήρηση της υφιστάμενης μεθοδολογίας υπολογισμού, προκειμένου να «κλείσει» το έλλειμμα του ειδικού λογαριασμού ΥΚΩ, το οποίο, σύμφωνα με εκτιμήσεις, ξεπέρασε τα 500 εκατ. ευρώ το 2025. Με άλλα λόγια, το βάρος μεταφέρεται έμμεσα στους καταναλωτές, όχι μέσω αυξήσεων, αλλά μέσω της αναβολής των αναμενόμενων μειώσεων.
Η επιλογή αυτή φαίνεται να προκρίθηκε στη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Παρασκευή στο ΥΠΕΝ, με τη συμμετοχή της ΡΑΑΕΥ και του ΑΔΜΗΕ, όπου εξετάστηκε τόσο το καθεστώς των μονάδων ψυχρής εφεδρείας στην Κρήτη όσο και το πλαίσιο αποζημίωσής τους. Ο σχεδιασμός προβλέπει μηχανισμό στήριξης για μια πρώτη πενταετία έως το 2030 και συνολικό ορίζοντα έως το 2035, ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των μονάδων και η ενεργειακή ασφάλεια του νησιού.
Το τελικό πλαίσιο αναμένεται να αποτυπωθεί σε νομοθετική ρύθμιση, που θα καθορίζει ποιο δυναμικό παραμένει διαθέσιμο, πώς αποζημιώνεται και με ποιον τρόπο διασφαλίζεται μακροπρόθεσμα η επάρκεια ισχύος. Σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Κομισιόν, που θα πρέπει να δώσει και την τελική έγκριση στον μηχανισμό, έως το 2030 σε καθεστώς ψυχρής εφεδρείας μπορούν να τίθενται μόνο υφιστάμενες μονάδες. Για μετά το 2030 το τοπίο παραμένει ανοιχτό, με σενάρια που περιλαμβάνουν είτε νέες μονάδες είτε πρόσθετες και ενισχυμένες διασυνδέσεις, που θα περιορίσουν ακόμη περισσότερο την ανάγκη συμβατικών εφεδρειών και άρα το κόστος για τους καταναλωτές.
Στο μεταξύ, από τις 17 Δεκεμβρίου η κατανάλωση της Κρήτης καλύπτεται πλήρως από ηλεκτρική ενέργεια που μεταφέρεται μέσω των δύο διασυνδέσεων με την Αττική και την Πελοπόννησο. Mόνο η «μικρή» διασύνδεση με την Πελοπόννησο, σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ, έχει αποφέρει από το 2021 οικονομικά οφέλη ύψους 700 εκατ. ευρώ. Χωρίς τις ρυθμιστικές αποφάσεις, ωστόσο, το όφελος αυτό παραμένει για τους καταναλωτές κενό γράμμα…

