Εχουν περάσει λίγο παραπάνω από δεκαοκτώ μήνες από τον Ιούνιο του 2024, όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα άρχισε να μειώνει τα επιτόκια, και η πιστωτική επέκταση στις χώρες της Ευρωζώνης συνεχίζει να παραμένει υποτονική. Στην Ελλάδα κινείται με ισχυρότερους ρυθμούς η χορήγηση νέων δανείων, αλλά και αυτή γίνεται κυρίως προς τις επιχειρήσεις, πολύ λιγότερο προς τα νοικοκυριά, και έχει τόσο χαμηλή βάση, που ακόμη απέχει παρασάγγας από τα προ κρίσης επίπεδα.
Σε απλά ελληνικά, η ροή χρήματος προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά στην Ευρώπη δεν έχει επιστρέψει εκεί που ήταν πριν από την πανδημία, προκαλώντας σημαντική ανάσχεση στους ρυθμούς ανάπτυξης των συγκεκριμένων χωρών. Στην Ελλάδα, παρά τους υψηλότερους ρυθμούς νέων δανείων, παραμένουν ως ποσοστό του ΑΕΠ χαμηλότερα σε σύγκριση με όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, συμμετέχοντας αναλογικά λιγότερο στα επίπεδα ανάπτυξης της χώρας.
Σε ανάλυσή τους οικονομολόγοι της ΕΚΤ (Mind the gap: credit dynamics in the euro area) επιχείρησαν να διερευνήσουν τι κρύβεται πίσω από το επίμονο πιστωτικό κενό. Διαπιστώθηκε ότι ένα σημαντικό μέρος του προβλήματος βρίσκεται στην ίδια την προσφορά δανείων. Δηλαδή μέσα στο τραπεζικό σύστημα. Εκαναν λόγο για υψηλότερες αντιλήψεις κινδύνου, αυξημένο κόστος τραπεζικής χρηματοδότησης και αυστηρότερες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας. Αναγνώρισαν ωστόσο και μια απροθυμία των δανειοληπτών να αναλάβουν ρίσκο σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας στις περισσότερες χώρες γύρω από την οικονομική πολιτική και τις απειλές των εμπορικών πολέμων. Υπάρχουν όμως και δομικοί παράγοντες, που έχουν διαφοροποιηθεί σε σχέση με το παρελθόν. Τα πρότυπα κατανάλωσης, που απομακρύνονται από τα διαρκή αγαθά (αυτοκίνητα, τηλεοράσεις κ.λπ.) και κατευθύνονται προς τις υπηρεσίες, μειώνουν τη ζήτηση για πιστώσεις. Επίσης οι εταιρείες που αυξάνουν τις επενδύσεις σε άυλα περιουσιακά στοιχεία, όπως το λογισμικό, σε σχέση με την παραδοσιακή αγορά ενός μηχανήματος, μειώνουν τη διαθεσιμότητα εξασφαλίσεων και περιορίζουν την πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση. Επηρεάζουν επιπλέον οι δημογραφικές τάσεις, καθώς οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αφενός γηράσκουν και αφετέρου δημιουργούνται διαφορετικά πρότυπα οικογένειας (μονογονεικές κ.λπ.), οδηγώντας σε πτώση της ζήτησης για στέγαση και διαρκή αγαθά, επιβαρύνοντας και με αυτόν τον τρόπο τη ζήτηση για νέα δάνεια.
Από την πραγματικότητα που ζούμε τα πολλά πλέον τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και την ανάλυση των οικονομολόγων της ΕΚΤ, είναι σαφές ότι δεν αρκούν πλέον οι συμβατικές προσπάθειες αύξησης των πιστώσεων εκ μέρους των τραπεζών. Χρειάζεται να κάνουν πολύ παραπάνω, βρίσκοντας νέους τρόπους προσέγγισης, με νέα προϊόντα που θα ανταποκρίνονται στις νέες συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί στην κοινωνία.

