Ο ανοδικός οικονομικός κύκλος συνεχίζεται για την ελληνική οικονομία, απτόητος από όσα ταραχώδη συμβαίνουν γύρω μας. Για πόσο ακόμα θα συμβαίνει αυτό, είναι για την ώρα άγνωστο. Κανονικά, και με δεδομένη τη «φόρα» που έχει πάρει η οικονομία, ούτε το τέλος των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης (που θα συνεχίζει να επηρεάζει θετικά και το 2027 και το 2028) ούτε οι εξωτερικοί κίνδυνοι δείχνουν να απειλούν αυτή την κατά πολλούς μικρότερη των προσδοκώμενων μεταμνημονιακών ρυθμών ανάπτυξη, η οποία ωστόσο υπερβαίνει σημαντικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στις 6 Μαρτίου θα μάθουμε πόσο «καύσιμο» έχουμε ακόμα στο «ρεζερβουάρ», καθώς η Ελληνική Στατιστική Αρχή θα ανακοινώσει τα στοιχεία της ανάπτυξης του 2025, από τα οποία θα καταλάβουμε και σε τι βαθμό θα συνεχιστεί αυτή και το 2026. Ολες οι ενδείξεις συνηγορούν στη διατήρηση του ήπιου ρυθμού πλησίον του 2%. Αυτό προκύπτει τόσο από τα στοιχεία που δείχνουν ισχυρή ανάπτυξη από επιμέρους τομείς, όπως αυτός της μεταποίησης, όσο και από τους δείκτες του οικονομικού κλίματος.
Υπάρχουν ωστόσο δύο σημαντικά, ελεγχόμενα για την ώρα, προβλήματα. Το ένα έχει να κάνει με την αύξηση των μισθών με ρυθμό που υπερβαίνει την ενίσχυση της παραγωγικότητας, δημιουργώντας, όπως παρατηρεί η Eurobank, συνθήκες για άνοδο του πληθωρισμού, με τη γνωστή διαδικασία της μετακύλισης του αυξημένου κόστους εργασίας στις τιμές των προϊόντων.
Το δεύτερο είναι αυτό που παρατηρεί η HSBC σε πρόσφατη έκθεσή της. Οτι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρύνεται, παρόλο που η πλευρά των ξένων άμεσων επενδύσεων ενισχύεται και αυτή. Το εξωτερικό έλλειμμα, όπως παρατηρεί η βρετανική τράπεζα, δημιουργεί ένα όριο ταχύτητας στην ανάπτυξη. Εναν «κόφτη» που αντανακλάται στην εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας.
Για το πρώτο πρόβλημα, η απόφαση της κυβέρνησης να πάρει πάνω της ένα σημαντικό μέρος των φετινών αυξήσεων, μειώνοντας τον φόρο στη μισθωτή εργασία, μπορεί να λειτουργήσει με τρόπο που δεν φανταζόμασταν όταν ανακοινώθηκαν τα μέτρα κατά τη διάρκεια της φετινής ΔΕΘ. Να αποδώσουν δηλαδή περισσότερο στην καθαρή αύξηση του εισοδήματος, χωρίς να επιβαρύνουν ούτε τον πληθωρισμό από την πλευρά της παραγωγής ούτε την παραγωγικότητα.
Για το άλλο πρόβλημα του ισοζυγίου, ειδικά αυτού της ενέργειας, το ύψος-ρεκόρ στις εξαγωγές ρεύματος που κατέγραψε η Ελλάδα το 2025 αλλάζει επίσης εν μέρει τη συνθήκη. Οι εξαγωγές έφτασαν τις 2.671 γιγαβατώρες, όταν το 2024 είχαν διαμορφωθεί σε μόλις 307 γιγαβατώρες. Οκταπλασιάστηκαν σε ένα έτος. Δημιουργώντας την ισχυρή προσδοκία ότι η επένδυση στην πράσινη ενέργεια όχι μόνο δεν πήγε χαμένη, αλλά μπορεί να αλλάξει και την εικόνα του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας.

