Η οικονομική πολιτική Τραμπ είναι σε θέση να εξαλείψει έως και το 30% του ρυθμιστικού βάρους των αμερικανικών επιχειρήσεων μέχρι το 2030, μειώνοντας τον πληθωρισμό κατά μισή μονάδα ετησίως. Την εκτίμηση αυτή διατύπωσε από την Αθήνα το μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Fed, στενός συνεργάτης του Αμερικανού προέδρου, Στίβεν Μιράν.
Μιλώντας σε ειδική συζήτηση που διοργάνωσε το Delphi Economic Forum, και συντόνισε ο διευθυντής της «Καθημερινής» Αλέξης Παπαχελάς, ο κ. Μιράν αναφέρθηκε ευρύτερα στη σημασία του μειωμένου ρυθμιστικού βάρους για την ανάπτυξη των οικονομιών. Υπογράμμισε μάλιστα την οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας, «η οποία εντυπωσίασε όλον τον κόσμο», ως εξέλιξη που βασίστηκε σε στοχευμένες μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
Ο κ. Μιράν σημείωσε ότι η αβεβαιότητα στο διεθνές εμπόριο έχει ξεπεράσει πλέον την κορύφωσή της, αφού αναφέρθηκε στις εμπορικές συμφωνίες που έχει συνάψει η αμερικανική κυβέρνηση. Αντιμετώπισε σε κάθε περίπτωση με σκεπτικισμό το γεγονός ότι η Κίνα αυξάνει τις εξαγωγές σε άλλες περιοχές του πλανήτη, όπως η Ευρώπη.
«Νομίζω ότι δεν είναι πρέπον να παρεμβαίνουν στις υποθέσεις μιας άλλης χώρας», σχολίασε ο Αμερικανός αξιωματούχος, απαντώντας σε ερώτηση του Αλέξη Παπαχελά για την κοινή δήλωση των κεντρικών τραπεζιτών που εκδήλωσαν τη στήριξή τους στο πρόσωπο του διοικητή της Fed Τζερόμ Πάουελ – είναι αντιμέτωπος με την έναρξη ποινικής έρευνας με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Τραμπ.
Η αβεβαιότητα στο διεθνές εμπόριο έχει ξεπεράσει πλέον την κορύφωσή της.
Ο ίδιος, ερωτηθείς για τον κίνδυνο μιας απότομης διόρθωσης στις κεφαλαιαγορές, επισήμανε χαρακτηριστικά: «Δεν είναι από τα ρίσκα που με κρατούν ξύπνιο τα βράδια».
Απευθύνοντας χαιρετισμό στην εκδήλωση και προλογίζοντας τον κ. Μιράν, η πρέσβειρα των ΗΠΑ Κίμπερλι Γκίλφοϊλ μίλησε για ένα από τα καλύτερα οικονομικά μυαλά, που διαμορφώνουν την οικονομική ατζέντα στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς έχει σήμερα τη μεγαλύτερη επιρροή στην Ουάσιγκτον.
Μέχρι τον περασμένο Σεπτέμβριο, o Mιράν ήταν επικεφαλής του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Αμερικανού προέδρου. Στην πρώτη θητεία Τραμπ, είχε υπηρετήσει ως οικονομικός σύμβουλος του τότε υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ Στίβεν Μνούτσιν.
Εχει επίσης εργαστεί στον τομέα της διαχείρισης επενδύσεων ως Senior Strategist στην HudsonBay Capital Management. Θεωρείται ο αρχιτέκτονας της οικονομικής ατζέντας Τραμπ με κεντρικό ρόλο στη χάραξη της εμπορικής πολιτικής των δασμών. Είναι μάλιστα ο εμπνευστής της στρατηγικής για την εξάλειψη των εμπορικών ελλειμμάτων των ΗΠΑ και την αποτροπή της υπερτίμησης του δολαρίου. Επιπλέον, έχει ταχθεί υπέρ της μειωμένης ανεξαρτησίας της Fed μέσω της εποπτείας της από τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Eπιχειρηματολογώντας υπέρ μιας πιο θαρραλέας μείωσης των επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ σε όρους νομισματικής πολιτικής, και αμφισβητώντας τον αντίκτυπο των δασμών στον πληθωρισμό, έχει μιλήσει για κίνδυνο ύφεσης στην αμερικανική οικονομία, υποστηρίζοντας ότι οι πιέσεις στην απασχόληση θα έπρεπε να έχουν κινητοποιήσει περισσότερο τους αξιωματούχους της Fed.

