«Ιστορία» έγραψε το νέο 10ετές ομόλογο που εξέδωσε χθες Τρίτη το ελληνικό Δημόσιο, καθώς μέσα σε μόλις δύο ώρες συγκέντρωσε το μεγαλύτερο βιβλίο προσφορών που έχει σημειωθεί ποτέ για ελληνικό κρατικό τίτλο, ενώ έκλεισε με το χαμηλότερο spread που έχει επιτευχθεί σε ελληνική έκδοση. «Ολοι οι μεγάλοι real money επενδυτές συμμετείχαν στην έκδοση», αναφέρουν αρμόδιες πηγές στην «Κ». Οπως μάλιστα σχολιάζουν αναλυτές, η Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον χώρα της περιφέρειας και αντιμετωπίζεται ως καταφύγιο ασφαλείας από τους επενδυτές.
Ειδικότερα, η ζήτηση για το 10ετές ομόλογο από συνολικά 338 επενδυτές ξεπέρασε τα 49,5 δισ. ευρώ, με τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους να αντλεί τελικά 4 δισ. ευρώ (12,4 φορές υπερκάλυψη) με απόδοση 3,470% και κουπόνι 3,375%. Καλύφθηκε έτσι με μία κίνηση ήδη από το πρώτο 15νθήμερο του Ιανουαρίου το 50% των δανειακών αναγκών ολόκληρου του έτους, οι οποίες έχουν τεθεί στα 8 δισ. ευρώ. Σημειώνεται ότι το προηγούμενο ρεκόρ του μεγαλύτερου βιβλίου προσφορών κατείχε μέχρι χθες το 10ετές που εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2025, όπου η ζήτηση είχε διαμορφωθεί στα 41,5 δισ. ευρώ.
«Στοίχημα» του ΟΔΔΗΧ ήταν να ολοκληρώσει άλλη μια επιτυχημένη έξοδο με μια ανταγωνιστική τιμολόγηση και ένα «δυνατό» βιβλίο, κυρίως ως προς το «μείγμα» των επενδυτών. Και το πέτυχε.
Η αρχική τιμολόγηση τέθηκε στις 60-65 μονάδες βάσης πάνω από το μέσο επιτόκιο swap του ευρώ (που είναι στο 2,89%), άρα η αρχική απόδoση του 10ετούς κινήθηκε στο 3,49%-3,54%. Στη συνέχεια το spread περιορίστηκε στις 60 μ.β. και τελικά έκλεισε στις 58 μ.β. πάνω από το mid swap, ένα επίπεδο που η Ελλάδα δεν έχει συναντήσει ποτέ στο παρελθόν. Ετσι η τελική απόδοση του 10ετούς διαμορφώθηκε στο 3,47%, η οποία απέχει μόλις 60,9 μ.β. από την απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου, το μικρότερο spread που έχει καταγραφεί σε έκδοση 10ετούς από το 2006, όταν μάλιστα η Ελλάδα είχε βαθμολογία «Α+» από τους οίκους αξιολόγησης.
Με την έκδοση του 10ετούς καλύφθηκε ήδη από το πρώτο 15νθήμερο του Ιανουαρίου το 50% των δανειακών αναγκών του έτους, που έχουν τεθεί στα 8 δισ.
Σε λιγότερο από μιάμιση ώρα είχαν συγκεντρωθεί προσφορές άνω των 45 δισ. ευρώ, ενώ στο δίωρο, όταν και έκλεισε το βιβλίο, είχαν εκτιναχθεί κοντά στα 50 δισ. ευρώ. Η ζήτηση φαινόταν ήδη από το απόγευμα της Δευτέρας ότι θα ήταν εντυπωσιακή αφού, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», αμέσως μετά την αναγγελία του σχεδιασμού για τη νέα έξοδο της Ελλάδας, μεγάλα funds έσπευσαν να εκδηλώσουν ενδιαφέρον για συμμετοχή στην έκδοση καταβάλλοντας προσφορές άνω των 17 δισ. στη λεγόμενη «shadow market».
Το νέο 10ετές συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των μεγαλυτέρων διεθνών ποιοτικών επενδυτών, με Ασιάτες real money επενδυτές –κυρίως από Ν. Κορέα και Σιγκαπούρη– να δίνουν επίσης το «παρών». Συνολικά, η έκδοση κατανεμήθηκε ως εξής: το 74% σε real money επενδυτές, το 22% σε τράπεζες και μόλις το 4% σε hedge funds, με το 91% της έκδοσης να κατανέμεται σε διεθνείς επενδυτές και το 9% σε εγχώριους.
Οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας, με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και συνεχή μείωση του δημόσιου χρέους, σε συνδυασμό με τα πολύ υψηλά ταμειακά διαθέσιμα των 41 δισ. ευρώ και την πολιτική σταθερότητα, στέλνουν ένα ισχυρό μήνυμα ασφάλειας στους επενδυτές που δύσκολα μπορούν να βρουν αλλού στον διεθνή χάρτη των assets. Αλλωστε το ελληνικό Δημόσιο δεν δίστασε να βγει στις αγορές την ίδια μέρα που βγήκε και η Κομισιόν, με διπλή μάλιστα έκδοση.
«Το ισχυρό αποτέλεσμα της έκδοσης του νέου 10ετούς οφείλεται σε πολλούς λόγους», όπως σημειώνει στην «Κ» ο Ντένις Σεν, οικονομολόγος στο International School of Management. «Το κλίμα γύρω από την Ελλάδα είναι πολύ ισχυρό, χάρη στη συνεχιζόμενη οικονομική ανάκαμψη και την ομαλοποίηση της χώρας. Αυτό υπογραμμίστηκε από την πρόσφατη εκλογή του Ελληνα υπουργού Οικονομικών ως προέδρου του Eurogroup – περισσότερο από μια δεκαετία μετά την κρίση. Σε έναν γεωπολιτικά ασταθή κόσμο, η Ελλάδα αποτελεί μια ολοένα και σπανιότερη θετική ιστορία, την οποία οι επενδυτές μπορούν να εμπιστευτούν», τονίζει ο Σεν. Πολύ σημαντικό ρόλο στο τεράστιο αυτό ενδιαφέρον που υπήρχε για την ελληνική έκδοση, την οποία «έτρεξαν» οι BNP Paribas, BofA Securities, Deutsche Bank, Goldman Sachs Bank Europe, JPMorgan και Morgan Stanley, είναι ότι πλέον η Ελλάδα κατέχει επενδυτική βαθμίδα από όλους τους οίκους (όταν εκδόθηκε το περυσινό 10ετές η Moody’s ακόμη δεν είχε δώσει το investment grade στην Ελλάδα). Αυτό οδήγησε την ένταξη των ελληνικών ομολόγων σε πολύ περισσότερους διεθνείς δείκτες, αυξάνοντας το κοινό τους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, εάν η Moody’s ευθυγραμμιστεί με τους τέσσερις υπόλοιπους οίκους (S&P, Fitch, DBRS και Scope Ratings) οι οποίοι βαθμολογούν την Ελλάδα στο ΒΒΒ, και «ανεβάσει» κι άλλο την αξιολόγησή της από το χαμηλό investment grade που δίνει σήμερα, αναμένεται να κινητοποιήσει ακόμη περισσότερα κεφάλαια να κατευθυνθούν προς τους ελληνικούς κρατικούς τίτλους.
«Ηταν μια απόλυτα εντυπωσιακή έκδοση από την Ελλάδα», σχολιάζει στην «Κ» ο Γενς Πίτερ Σόρενσεν, επικεφαλής αναλυτής της Danske Bank. «Αντανακλά το γεγονός ότι οι επενδυτές αναζητούν απόδοση, σε μια στιγμή που η ρευστότητα στην αγορά είναι μεγάλη, καθώς και το ότι η Ελλάδα είναι χώρα επενδυτικής βαθμίδας και άρα η επενδυτική της βάση έχει διευρυνθεί σημαντικά. Επιπλέον, οι μακροοικονομικές προοπτικές, καθώς και η αξιολόγηση είναι πολύ καλύτερες από τις παραδοσιακές χώρες του ημιπυρήνα του ευρώ (semi-core), όπως το Βέλγιο, το οποίο εξέδωσε 10ετές ομόλογο στις 54 μονάδες βάσης πάνω από το mid swap», τονίζει ο αναλυτής. «Η Ελλάδα θεωρείται πλέον περισσότερο semi-core χώρα παρά χώρα της περιφέρειας», σημειώνει χαρακτηριστικά.

