Περιθώριο μέχρι τις 31 Μαρτίου έχουν όσοι ενδιαφέρονται να πουλήσουν ή να προβούν σε γονική παροχή του ακινήτου τους, καθώς τότε λήγει η προθεσμία χρήσης των διατάξεων του νόμου περί τακτοποίησης αυθαιρέτων. Το πρόβλημα είναι σημαντικό, με δεδομένο ότι τον Απρίλιο του 2022 θεσπίστηκε η υποχρεωτική έκδοση ταυτότητας κτιρίου για κάθε πώληση, γονική παροχή ή δωρεά ακινήτου. Η διαδικασία αυτή, όντας πολύ πιο αυστηρή, έχει φέρει στην επιφάνεια όλες τις παθογένειες της κατασκευής κτιρίων της χώρας, καθώς αποδεικνύεται ότι είναι ελάχιστες οι οικοδομικές άδειες που συμφωνούν με την πραγματικότητα.
Στην πράξη, «εργαλειοποιήθηκαν» οι αγοραπωλησίες ακινήτων προκειμένου να ελεγχθούν αναδρομικά οι ανεγέρσεις κατοικιών, ώστε να διαπιστωθούν και να καταβληθούν έτσι και τα σχετικά πρόστιμα για όλες τις αυθαιρεσίες που έχουν πραγματοποιηθεί, είτε αυτές έγιναν κατά το στάδιο της κατασκευής είτε μεταγενέστερα. Με δεδομένο ότι κυρίως τις προηγούμενες δεκαετίες οι έλεγχοι ήταν πλημμελείς –έως και μηδαμινοί–, είχε επικρατήσει μια «κουλτούρα» παρανομιών, ειδικά όσον αφορά τη διαρρύθμιση των εσωτερικών χώρων.
Ετσι, σήμερα απαιτούνται τακτοποιήσεις προκειμένου να μπορέσουν να προχωρήσουν οι αγοραπωλησίες. Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, είναι μονοψήφιο το ποσοστό των αδειών (κάτω του 5%) που τηρούν πιστά τα σχέδια, χωρίς καμία παρέκκλιση. Παρότι υπάρχουν και περιπτώσεις σοβαρών παραβάσεων, εντούτοις στην πλειονότητα των υποθέσεων οι παραβάσεις είναι μικρές, π.χ. μικρές αποκλίσεις επιφανειών ανάλογα με την καταχώριση (άλλα τ.μ. αναγράφονται στο κτηματολόγιο, άλλα στο ΤΑΠ και άλλα στο Ε9). Με βάση τη μέχρι σήμερα εμπειρία, τα περισσότερα προβλήματα εντοπίζονται σε πολυκατοικίες που κατασκευάστηκαν την περίοδο 1985-2000, όταν δηλαδή εκτοξεύτηκε το φαινόμενο των ημιυπαίθριων. Παρότι έκτοτε τα περισσότερα εξ αυτών έχουν νομιμοποιηθεί με προγενέστερους νόμους, εξακολουθούν να παρατηρούνται λάθη στην αναγραφή των επιφανειών, π.χ. στις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που χρήζουν διόρθωσης μέσω συμβολαιογράφου και απαιτούν χρόνο. Παράλληλα, υπάρχουν και περιπτώσεις απώλειας οικοδομικών αδειών, είτε λόγω παλαιότητας και φθοράς είτε λόγω καταστροφής των αρχείων των πολεοδομιών, ακόμα και σε μεγάλους δήμους του λεκανοπεδίου της Αττικής, λόγω φυσικών καταστροφών (π.χ. πλημμύρες).
Τα περισσότερα προβλήματα εντοπίζονται σε πολυκατοικίες που κατασκευάστηκαν την περίοδο 1985-2000, κυρίως λόγω ημιυπαίθριων.
Επομένως, εφόσον διατηρείται –ορθώς– η διαδικασία της ταυτότητας κτιρίου για τα πωλούμενα ακίνητα, το φυσιολογικό είναι να διατηρηθεί και το «εργαλείο» για τη διόρθωση λαθών και παραβάσεων. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρξει καθίζηση των αγοραπωλησιών και των γονικών παροχών. Παράλληλα, θα επηρεαστεί αρνητικά και η υλοποίηση του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ». Μια ακόμα «παράπλευρη απώλεια» θα αφορά και το πρόγραμμα «Εξοικονομώ», καθώς τα ακίνητα που λαμβάνουν επιδότηση θα πρέπει επίσης να έχουν εκδώσει ταυτότητα κτιρίου. Εν τω μεταξύ, όσο πλησιάζει η καταληκτική ημερομηνία της 31ης Μαρτίου χωρίς να υπάρχει κάποια διευκρίνιση για το τι μέλλει γενέσθαι, τόσο θα αυξάνεται και η πίεση των ιδιοκτητών σε μηχανικούς και συμβολαιογράφους, αυξάνοντας και την πιθανότητα λαθών.
Οι παραπάνω διαδικασίες αφορούν τις κατηγορίες αυθαιρέτων 1-4 κι εφόσον η παράβαση έχει γίνει το αργότερο μέχρι το 2011. Αντιθέτως, εφόσον η αυθαιρεσία είναι μεταγενέστερη του 2011, δεν καλύπτεται από τον υφιστάμενο νόμο περί τακτοποίησης αυθαιρέτων κι επομένως το ακίνητο είναι μη μεταβιβάσιμο.
Η συνηθέστερη περίπτωση αφορά αυθαίρετα προ του 1975. Συγκεκριμένα, αν η κατασκευή ολοκληρώθηκε πριν από τις 9 Ιουνίου του 1975, τότε η τακτοποίηση κάθε αυθαιρεσίας γίνεται μέσω της καταβολής ενός παραβόλου 250 ευρώ και χωρίς την καταβολή ενιαίου ειδικού προστίμου. Εάν όμως στο ακίνητο υπάρχουν επιπρόσθετες αυθαίρετες κατασκευές που ολοκληρώθηκαν μετά τις 9.6.1975, τότε το ακίνητο θα ενταχθεί στην κατηγορία 2, 4 ή 5, ανάλογα με την περίπτωση.
Αντιστοίχως, τα ακίνητα της 20ετίας 1990-2010 είναι και τα πιο ακριβά για να τακτοποιηθούν (ανάλογα φυσικά με το μέγεθος της παράβασης). Ο λόγος είναι επειδή το πρόστιμο σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πολύ υψηλότερο και συχνά ξεπερνάει τις 10.000 ευρώ, μια και προσδιορίζεται με βάση την επιφάνεια του ακινήτου και την αντικειμενική του αξία. Επομένως, αν δεν συντρέχει λόγος, όπως π.χ. η πώληση, λίγοι είναι οι ιδιοκτήτες εκείνοι που προχώρησαν σε μια τέτοια διαδικασία, ελλείψει πόρων.

