Το 65% των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης, δάνεια και επιδοτήσεις περίπου 23 δισ., το έχουμε απορροφήσει και είμαστε πάνω από τον κοινοτικό μέσο όρο.
Από τις αλλαγές όμως που έπρεπε παράλληλα να κάνουμε, μικρές, μεσαίες και μεγάλες μεταρρυθμίσεις, έχουμε υλοποιήσει μόλις 178 από τις 382, ποσοστό 46,6%, δύο μονάδες κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και μας μένουν ακόμη 212 για να υλοποιηθούν σε λιγότερο από 12 μήνες.
Για άλλη μία φορά η χώρα περνάει κάτω από τον πήχυ στις μεταρρυθμίσεις, δίνοντας τα πάντα για τις εκταμιεύσεις. Και ας γνωρίζουμε από τα πολυάριθμα ΕΣΠΑ, τις επίκαιρες αγροτικές επιδοτήσεις, ότι η οικονομική μεγέθυνση δεν ήρθε ποτέ μόνο από τις ταμειακές ροές. Το κοινοτικό χρήμα, υπερπολύτιμο δεν το συζητάμε, δεν κατάφερε ποτέ από μόνο του να δημιουργήσει ισχυρή μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Η όποια μεγέθυνση ήρθε από μεταρρυθμίσεις, από επενδύσεις σε σοβαρές υποδομές, από θεσμούς, από δημιουργία αξίας.
Αυτό υπονοούν και οι οικονομολόγοι της Eurobank σε έναν πρώτο απολογισμό της πορείας του Ταμείου Ανάκαμψης που επιχείρησαν.
Αυτό που πρώτο βρήκαν ήταν μια ανομοιογενή πρόοδο μεταξύ των έξι πυλώνων του προγράμματος, που αισίως μπήκε στον τελευταίο χρόνο του.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι πάμε καλά, στην «έξυπνη βιώσιμη ανάπτυξη» και στην «πράσινη μετάβαση». Αλλά κινούμαστε κάτω από τον μέσο όρο στα ψηφιακά και στις κοινωνικές πολιτικές. Σε αυτές τις επιδόσεις βρίσκεται όλη η ουσία. Το Ταμείο Ανάκαμψης παρά την επικοινωνιακή λάμψη του θα κριθεί τελικά όχι από το πόσα χρήματα εκταμιεύτηκαν –άλλωστε η καλή μας Ευρώπη θα βρει έναν τρόπο όσα περισσέψουν να μας τα βάλει σε ένα άλλο πρόγραμμα–, αλλά από το εάν άλλαξε έστω και λίγο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ελληνική οικονομία.
Είναι ακριβώς η ίδια περίπτωση με την κακοδαιμονία που κυνηγάει την ελληνική γεωργία, παρά το γεγονός ότι «με το καλημέρα» κάθε χρονιάς, ανεξάρτητα από το εάν θα παραχθεί κάτι ή όχι, έχει εξασφαλισμένα περίπου 3 δισ. ευρώ από την Ε.Ε. Τόσο πολλά λεφτά για παραπάνω από τέσσερις δεκαετίες, κι όμως ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης που να αφορά τους περισσότερους αγρότες δεν καταφέραμε να δημιουργήσουμε. Μόνον οι εκταμιεύσεις μας ένοιαζαν. Να πληρωθεί το τσεκ. Να μοιραστούν σε όσους προλάβουν τα κονδύλια της αγροτικής ανάπτυξης. «Μη χαθούν χρήματα για τη χώρα», έλεγαν. Και κάπως έτσι η συμβολή του πρωτογενούς τομέα στο ελληνικό ΑΕΠ μειώθηκε στο 3%-3,5%, παρά το γεγονός ότι απασχολεί πάνω από το 10% του ελληνικού εργατικού δυναμικού. Και η παραγωγικότητα του κλάδου κατρακύλησε στον πάτο της Ευρώπης…

